Κοιτίς της επαρχίας μας
Ο ΑΤΣΙΧΩΛΟΣ
.
Ο καιρός στο χωριό ώρα 06.33΄ -
Πέντε ατσιχωλίτικες ιστορίες παιδικής τρέλας

Είπε κάποιος, πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Πολλοί από ’μας, που σήμερα περπατάμε κοντά και πάνω απ’ τα εβδομήντα και η ηλικία μας συμβαδίζει με την μετεμφυλιοπολεμική περίοδο του τόπου, περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια στο χωριό. Γι’ αυτό είναι πατρίδα μας ο Ατσίχωλος. Τα άλλα είναι δευτερεύοντα…

Ένας Ατσιχωλίτης, τ’ όνομά του στη διάθεση του ιστοτόπου, μας έστειλε ένα γραφτό με πέντε μικρές ιστορίες που έζησε μικρός στο χωριό (έχει αλλάξει δυο - τρία ονόματα). Ανάμεσα σε τόσες άλλες, όπως όλοι πάνω - κάτω οι συνομήλικοί του. Σε δύσκολες εποχές, κάπου ανάμεσα στο ’55 με ’65.

Το τσιγαρακί*

Έψαχνε μέρος απ’ το πρωί. Το βρήκε στο …μέρος. Το είχε  φτιάσει ο παππούλης έξω απ’ το σπίτι., πάνω σε μια κλάρα του σφενταμιού. Να πέφτουνε κάτω τα σκ… στο ρέμα. Ανάβοντας το δεύτερο βλέπει τη μάνα του μέσα απ’ τις κλάρες του σφενταμιού να σκαλίζει τις αγγινάρες κάτω στον κήπο. Θα τον έπαιρνε πάλι στο κυνήγι για το τσιγάρο. Σίγουρα πήρε χαμπάρι. Τόσο ντουμάνι να βγαίνει απ’ το σφεντάμι…

Ζαλισμένος, δεν ήξερε τί να κάνει… Μπήκε στο σπίτι και έψαξε το ρακί. Ξέπλυνε χέρια, στόμα… Το πήγε κάτω. Πιο ζαλισμένος, απ’ το ρακί, κατέβηκε στον κήπο σφυρίζοντας με τα χέρια στις τσέπες, τάχατες ξέγνοιαστος. Έπρεπε να ελέγξει το πράμα. Η μάνα του τον πρόλαβε…
– Έλα ’δω! Για κάνε χου… Κερατά, ήπιες το ρακί!… Θα σε λιανίσω με το ξινάρι!

* Ο τίτλος δεν έχει παρατονισθεί…

Η εκδίκηση του μουλαριού

Έφυγε χάραμα με το μουλάρι. Έφτασε στου Βλαχόραφτη με τον ήλιο ακόμα πίσω απ’ το Ραπούνι. Χτύπησε δειλά την πόρτα. Ο γιατρός ήταν ακόμα στο κρεβάτι. Τον φώναξε να καθήσει κοντά του, στο κρεβάτι. Πήρε τρυφερά το χεράκι του και το ακούμπησε κάπου ανάμεσα στα πόδια του κάτω απ’ το σεντόνι… Ύστερα σηκώθηκε απότομα. Ντύθηκε. Ανέβηκε στο μουλάρι και ζήτησε την τριχιά του καπιστριού…

Πήγαινε σκεφτικός από πίσω, αλλά άλλο τον απασχολούσε τώρα. Λες να πεθάνει ο παππούλης, να γλιτώσει απ’ τη μαγγούρα του… Τον έκοψε απ’ τις σκέψεις του η … (δεν θα πω τ’ όνομα του μουλαριού, πάντω ήταν ολόασπρο). Τράβηξε ξαφνικά μπροστά, πράγμα που σπάνια έκανε. Ο γιατρός τρομοκρατήθηκε, έβαλε τις φωνές. Το μουλάρι μπροστά! Έκοψε δρόμο μέσα απ’ τα λούπινα του Απόστολου και τράβηξε στο χωριό. Ο γιατρός πού να κρατηθεί πάνω του… Τον βρήκε παρακάτω ανάσκελα πάνω σε μια τούφα πουρναριού. Το μουλάρι επέζησε του παππού…

Το δισκοπότηρο και το ψαλίδι

Περίμενε τις Απόκριες, πώς και πώς. Προτού καν ’ρθουν, ντύθηκε μασκαράς! Αλλά σκόνταψε στα σκαλιά του Αγιοθανάση… Μέσα απ’ τη χάρτινη μάσκα, που είχε πάρει απ’ της Κουφίνας, είδε το ράσο του παπά…
– Μασκαρά, την άλλη Κυριακή που θα ’ρθείς να κοινωνήσεις θα σου κόψω τη γλώσσα!

Η βδομάδα πέρασε με αγωνία. Ούτε που του πέρασε απ’ το μυαλό πως ο παπάς δεν τον γνώρισε μασκαρεμένο… Την Κυριακή, που να μη ερχότανε!… σαν ήρθε η σειρά του, τον σήκωσε η μάνα του να κοινωνήσει. Ο Παπα - Δημήτρης γύρισε άξαφνα στο Ιερό με το δισκοπότηρο στο χέρι. Ψάχνει για το ψαλίδι!… ανατρίχιασε, κρεμασμένος από τις μασχάλες. Ο παπάς ξαναφάνηκε με το δισκοπότηρο γιομάτο. Τον μετάλαβε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα…

Και όμως, έκλαιγε…

Αλλιώς του τον είχανε παραστήσει. Και αλλιώς τον φανταζότανε. Είχε βγει, λέγανε, στο κλαρί. Τί μπορούσε να λέει τούτο σ’ ένα παιδί; Τον πρωτοείδε από τόσο κοντά στην κηδεία του πατέρα του. Παράτησε την κηδεία… Και τα κόλυβα! Τσακίστηκε να φτάσει σπίτι.
– Μάνα, μάνα! φωνάζει απ’ την εξώπορτα. Ο Λάμπης κλαίει!…

Δάσκαλος να σου πετύχει…

Φτωχό παιδί ήταν ο Αντώνης. Και ορφανό. Και αποδείχτηκε πως τά ’κλεψε τ’ αβγά απ’ το κοτέτσι της Δημητρούλας. Έτσι είπε ο δάσκαλος… Πήγαινε δυό τάξεις παραπάνω. Και είχαμε μάθει τις Δέκα Εντολές. Ου κλέψεις!… και τα λοιπά. Μάθανε γράμματα απ’ τον Τζουραπά, λένε ακόμα στο χωριό. Νά, εκείνη τη μέρα…

Ανέβηκε στην έδρα κι έβγαλε απ’ το συστάρι πέντ’ έξι αβγά και μια εφημερίδα. Τα έσπασε ένα - ένα, σαν να ’φτιαχνε ομελέτα. Κλούβια θά ’τανε, βρώμησε το σχολείο. Φώναξε πάνω τον Αντώνη. Τον άρπαξε απ’ το σβέρκο και του έτριψε τη μούρη πάνω στην εφημερίδα με τα κλούβια αβγά. Ύστερα, πέρασαν όλες οι τάξεις από την πρώτη τη μικρή και φτύσαμε ένας - ένας στο πρόσωπο τον «κλέφτη». Σαράντα τόσα φτυσίματα…

Δεν είναι γνωστό τί γράμματα έμαθαν οι τριανταεννιά. Ένας έγινε δάσκαλος εξ αιτίας του Τζουραπά…

ΕΝΑΣ ΑΤΣΙΧΩΛΙΤΗΣ, το όνομα και το επώνυμό μου στη διάθεση του ιστοτόπου
Το σχόλιό σας...

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *