Ο Τραμπ, το τουίτερ, το φέισμπουκ...

Και εμείς. Γιατί η φίμωση τού Τραμπ από το Twitter και το Facebook είναι εξ ίσου επικίνδυνη με την εισβολή στο Καπιτώλιο...

Ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν σάρκα από τη σάρκα της φιλελεύθερης Αμερικής, η οποία για δεκαετίες έστηνε το προφίλ του μέσα από επαφές με κορυφαίους πολιτικούς (όπως οι Κλίντον) και εκπομπές στα μεγαλύ­τερα τηλεοπτικά δίκτυα (όπως το NBC). Η εκτόξευσή του στην πολιτική αρένα συνέπεσε με τη μεταφορά ισχύος από τα παραδοσιακά μέσα ενη­μέρωσης στις μεγάλες πλατφόρμες τού διαδικτύου. Το νέο σκηνικό, αν και έδωσε φωνή σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, δεν προκάλεσε κάποια ρήξη στις ισορροπίες ανάμεσα στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.

Οι μεγάλες πλατφόρμες τού διαδικτύου, που σήμερα εμφανίζονται ως προστάτες τής κοινωνικής ειρήνης και της δημοκρατίας, δεν είχαν κανένα πρόβλημα όταν ο Τραμπ τις χρησιμοποιούσε για να ανακοινώνει και να δικαιολογεί στρατιωτικά πλήγματα και δολοφονίες αξιωματούχων σε ξένες χώρες (όπως του Κασέμ Σολεϊμάνι στο Ιράν) ή για να σκοτώνει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους μέσω απάνθρωπων οικονομικών κυρώσεων. Ούτε έκοψαν τόν λογα­ριασμό του Τραμπ όταν αυτός καλούσε εμμέσως πλην σαφώς την αστυνομία να εκτελεί μαύρους διαδηλωτές, με την περίφημη φράση «Όταν ξεκινά το πλιάτσικο ξεκινούν και οι πυροβολισμοί"

Γιατί λοιπόν όταν ο Πρόεδρος τών ΗΠΑ αναλάμβανε δημοσίως την ευθύνη για δολοφονίες εντός, αλλά κυρίως εκτός των συνόρων, οι πλατφόρμες τον παρατηρούσαν σιωπηλές, ενώ τώρα αποφάσισαν να του στερήσουν τον λόγο; Η προφανής απάντηση είναι ότι ως αμερικανικές εταιρείες εξυπηρετούσαν με προτεραιότητα τις οικο­νομικές και πολιτικές ελίτ τών ΗΠΑ απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους. Γι' αυτό η λογο­κρισία εκλεγμένων πολιτικών δεν ξεκίνησε φυσικά με τούς λογαριασμούς του Τραμπ, αλλά με τις σελίδες αξιω­ματούχων, δημοσιογράφων και πολιτών σε χώρες και περιοχές, όπως η Βενεζουέλα, το Ιράν και η Παλαιστίνη.

Οι πλατφόρμες του διαδικτύου έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια πρωτοφανή έλεγχο στην παγκόσμια ροή πληροφοριών. Πρόεδροι ανακοινώνουν εκεί ακόμη και την έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων και οι πλουσιότεροι άνθρωποι τού κόσμου (όπως ο Έλον Μασκ) κάνουν δημόσιες ανακοινώσεις που επηρεάζουν χρηματιστήρια και εθνικές οικονομίες σε βάθος δεκαετιών. Το βασικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν συμφωνούμε με το μπλοκάρισμα τού Τραμπ από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ίσως θα έπρεπε να έχει απομακρυνθεί εδώ και χρόνια), αλλά σε ποιον θα αναθέσουμε αυτή την αρμοδιότητα.

Η ιδέα τής εθνικοποίησης (ή καλύτερα τής κοινωνικοποίησης) τών μεγάλων πλατφορμών τού διαδικτύου, που πριν από μερικά χρόνια ακουγόταν σαν εξαιρετικά ριζοσπαστική, κερδίζει συνεχώς έδαφος μεταξύ πανεπιστημιακών και αναλυτών σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για ένα τρομακτικά σύνθετο εγχείρημα, το οποίο απαιτεί τη δημιουργία μηχανισμών δημοκρατικού ελέγχου σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν όμως δεν ξεκινήσουμε αμέσως αυτή τη συζήτηση, το επόμενο θύμα τής λογοκρισίας δεν θα είναι ένας ακροδεξιός Πρόεδρος τών ΗΠΑ, αλλά εμείς οι ίδιοι...

Πηγή SputnikNews.gr (απόσπασμα)...
17 Ιανουαρίου 2021
Επεξεργασία