Έζησαν κάποτε σ' αυτόν τον τόπο, ζουν, δυο - τρείς άνθρωποι και άλλοι που παρ' ότι «δεξιοί», η Δεξιά δεν κατάφερε να τούς «χωνέψει». Ένας απ' αυτούς είναι ο Δημήτρης Χορν, που έφυγε νωρίς, στα εβδομήντα εφτά του, σαν σήμερα 16 τού Γενάρη τού 1996. «Το επάγγελμα τού ηθοποιού είναι το πιο ερημικό. Εφήμερο! Όλοι οι εκτελεστές είναι φευγαλέοι...», έλεγε.
Διαβάζουμε, ανάμεσα σε άλλα, σ' έναν παλιό Ριζοσπάστη, που σε μια περασμένη επέτειο τού θανάτου του είχε παρουσιάσει ένα βιβλίο, Δημήτρης Χορν, Έκδοση τού Ιδρύματος Γουλανδρή, Αθήνα 1998. Μέσα στον εγκλεισμό μας, μπορούμε να τό βρούμε και να τό διαβάσουμε. Λόγω τού κορονοϊού και τής νέας Δεξιάς και η βιβλιοπαραγωγή είναι κάθε πέρυσι, πρόπερσι, κάθε πενταετία πίσω και καλύτερα! Τότε που όπως έχουμε ξαναγράψει, ένας δεξιός πολιτικός ήθελε να έχει φίλο τον Χορν (και τον Χατζηδάκη)...
Ο Δημήτρης Χορν ήταν γέννημα και θρέμμα τού θεάτρου, το οποίο προσωποποιούσε κυριολεκτικά, σημειώνει ο Ριζοσπάστης, το τραγούδι τού Χατζηδάκη Ηθοποιός σημαίνει φως, που ο ίδιος τραγούδησε.
ΤΡ.
Παιδί τού αυστριακής καταγωγής γεννημένου στην Ελλάδα δραματουργού Παντελή Χορν, από τους σπουδαίους πρωτεργάτες τής σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, ο Δημήτρης Χορν, πρωτοβγήκε στη σκηνή οκτώ μηνών, «παίζοντας» στην αγκαλιά τής νονάς του Κυβέλης, στο έργο τού πατέρα του «Γειτόνισσες». Δίχρονος έπαιξε στη «Νταλμανοπούλα», επίσης τού πατέρα του. Ύστερα στην ιψενική «Νόρα».
«Έζησα πολύ φτωχά στα παιδικά μου χρόνια. Νομίζω πως έπαιξε ρόλο θετικό. Υπήρχε εποχή που τρυπούσαν τά παπούτσια μου και έβαζα χαρτόνια από τσιγάρα για να τά κλείσω. Δεν μ' έβλαψε σε τίποτα αυτό», διηγιόταν ίδιος ο Χορν. Μαθητής τού δημοτικού ακόμα φανέρωσε το ραφινάτο κωμικό ταλέντο του, παίζοντας στο έργο "Βιολαντώ» τον γελωτοποιό Μπουμπουρίκο. Στα γυμνασιακά χρόνια, στο Κολέγιο Αθηνών, συμμετείχε στις μαθητικές παραστάσεις που ανέβαζε ο καθηγητής τών Αγγλικών Κάρολος Κουν. Δεκατετράχρονος έπαιξε στη «Μαμά Κολιμπρί» τού Μπατάιγ, πλάι στην Κοτοπούλη. Αυτή η παράσταση καθόρισε τήν επιλογή του. «Δεν πεθύμησα ποτέ να γίνω τίποτα άλλο από ηθοποιός».
Επί Μεταξά, δίνει εξετάσεις στη Σχολή τού Εθνικού Θεάτρου, απαγγέλλοντας τούς απαγορευμένους «Μοιραίους» τού Βάρναλη. Την επομένη συναντά στο δρόμο τον καθηγητή τής σχολής Αιμίλιο Βεάκη, που του λέει. «Δεν ξέρεις πόσο μάς δρόσισες σ' αυτή την ανομβρία». Στη σχολή του Εθνικού ευτύχησε να διδαχθεί το κλασικό θέατρο από μεγάλους δασκάλους, Παπαγεωργίου, Βεάκη, Μουζενίδη, Ροντήρη, όπου και άρχισε τή σταδιοδρομία του με την οπερέτα τού Γιόζεφ Στράους «Νυχτερίδα». Τον δεύτερο, επίσης τραγουδιστικό ρόλο του, τον έπαιξε δίπλα στην πρωτοεμφανιζόμενη τότε και «αποκάλυψη Μαρία Κάλλας. Το 1942 ακολούθησαν ρόλοι (τρίτοι και δεύτεροι) στον θίασο τής Κοτοπούλη, εγκαταλείπει όμως το είδος, ποθώντας να παίξει Σαίξπηρ, κείμενα σπουδαία.
Ο περιορισμένος χώρος μας δεν μπορεί να αναφερθεί στους μετέπειτα μεγάλους ρόλους του (καταλήγει ο Ριζοσπάστης, είναι άλλωστε πιο κοντά μας και πάνω - κάτω γνωστοί), στη «θεία προίκα» του. Παρ' ότι, αμφιβάλλοντας πάντα για τον εαυτό του, ο Χορν έλεγε. «Δεν έχω τό ταλέντο τού πατέρα μου. Απ' τη μάνα μου έχω πάρει. Ήταν πάρα πολύ διασκεδαστική...».
Ο ρόλος που περισσότερο αγάπησε, «γιατί είναι βαθιά μελαγχολικός», ήταν ο Τρελός στη σαιξπηρική «Δωδέκατη νύχτα». Για τον οποίο έλεγε, αποκαλύπτοντας και την ψυχοπνευματική λειτουργία του. «Ενας ρόλος που δεν πρόδωσα, τον οποίο νομίζω ότι κάνω και στη ζωή. Νομίζω πως είναι το καλύτερο πράγμα που έχω κάνει. Ο μόνος ρόλος που δεν αισθάνομαι ενοχές απέναντί του»...