Την 16η Νοεμβρίου 1973, ημέραν Παρασκευήν, το δράμα τών γεγονότων τού Πολυτεχνείου οδηγείται εις την τραγικήν του κορύφωσιν και την αιματηράν του κατάληξιν.
Εντός τού Πολυτεχνείου η θέσις τών ποικιλώνυμων φατριών και πολιτικών τάσεων σκληρύνεται, ενώ τα διά τού Ραδιοφωνικού Σταθμού εκπεμπόμενα συνθήματα συγκινούν, προκαλούν, διεγείρουν και κινητοποιούν μάζας λαού εις ομαδικάς συγκεντρώσεις.
Κατά τας μεσημβρινάς ώρας πραγματοποιούνται αι πρώτοι μεγάλαι πορείαι προς Ομόνοιαν και Πολυτεχνείον διά τών μεγάλων αρτηριών Αιόλου, Σταδίου, Πανεπιστημίου, Πατησίων και Αλεξάνδρας. Την 18.00΄ ώραν μέγα πλήθος διαδηλωτών πορεύεται προς το Σύνταγμα. Ανακόπτεται όμως υπό αστυνομικών δυνάμεων η πορεία του και εις την συμβολήν τών οδών Σταδίου ‐ Δραγατσανίου και Κοραή επιχειρείται η βιαία διάλυσίς του.
Κατά την επανακολουθήσασαν συμπλοκήν ρέει το πρώτον αίμα, διότι υπήρξαν εκατέρωθεν τραυματίαι. Κατά τινας μάλιστα μαρτυρίας, μη πλήρως εξελεγχθείσας, ετραυματίσθησαν θανασίμως νεαρά διαδηλώτρια και διαδηλωτής και επυροβολήθη δις Υπαστυνόμος ανεπιτυχώς. Στοιχεία ύποπτα και ανεύθυνα, ομαδικώς ή και ατομικώς ενεργούντα, προβαίνουν εις πράξεις βιαιοπραγίας κατά πολιτών και εις καταστροφάς περιουσιών (θραύσεις βιτρινών και προθηκών καταστημάτων). Ομάς διαδηλωτών επέτυχε και εισήλθε εις το επί τής οδού Αιόλου αρ. 104 Μέγαρον τής Νομαρχίας Αττικής και μετά κόπου εξεβλήθη υπό τών αστυνομικών. Η κατάστασις συνεχώς εκτραχύνεται και καθίσταται επικίνδυνος. Την 19.30΄ ώραν ζητείται υπό τής Αστυνομίας η επικουρία τής Χωροφυλακής, ήτις και αναλαμβάνει τήν φρούρησιν διαφόρων δημοσίων καταστημάτων.
Περί ώραν 20.30΄ αρχίζουν αι πρώτοι συγκεντρώσεις και επιθέσεις τών διαδηλωτών κατά τού επί τής συμβολής τών οδών Γ΄ Σεπτεμβρίου και Μάρνη κτιρίου του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, αίτινες και κατά τρεις διαδοχικάς φάσεις συνεχίζονται μέχρι τής 22.30΄ ώρας. Επιτυγχάνεται αρχικώς η απόκρουσις και διάλυσις τών διαδηλωτών δι' απλών απωθήσεων και χρήσεως αστυνομικών ράβδων, ως και δακρυγόνων αερίων. Κατά τας τελικάς όμως φάσεις τών επιθέσεων τούτων γίνεται χρήσις πυροβόλων όπλων, τη εντολή τού Διοικητού τού Μικτού Επιτελείου τού Υπουργείου Στρατηγού Βαρνάβα.
Ως προς τον χαρακτήρα τής τοιαύτης χρήσεως τών όπλων τά υπό των αρμοδίων υποστηριζόμενα σοβαρώς προς την πραγματικότητα αντιτίθενται. Ομιλούν ούτω περί πυροβολισμών εις τον αέρα προς εκφοβισμόν ενώ οι δύο (2) πρώτοι νεκροί εκ τού καταλόγου τών γνωστών θυμάτων έπεσαν εις τον γύρωθεν χώρον και ακόμη υπήρξαν πολλοί τραυματίαι. [...] Η κατά τού πλήθους όμως χρήσις τών όπλων διαπιστούται, ως ετονίσθη ήδη, κατά τρόπον αναμφισβήτητον. Πέραν των συγκεκριμένων και επωνύμων θυμάτων, τα επί τών κατέναντι τοίχων και τών αυτόθι επί τών οδών εσταθμευμένων αυτοκινήτων διαπιστωθέντα και εισέτι υπάρχοντα ίχνη εκ προσκρούσεως βλημάτων πυροβόλων όπλων, εις μικρόν από του εδάφους ύψος, καταδεικνύουν το έωλον τού περί εκφοβιστικών βολών ισχυρισμού.
Η ύπαρξις τέλος ελευθέρων σκοπευτών, ελευθέρως εις τον χώρον τού Υπουργείου κινουμένων, καθιστά ύποπτον πάσαν αντίθετον θέσιν. Διότι υπήρξεν αληθώς τραγική εν τη ενεργηθείση ερεύνη η ακόλουθος αποκάλυψις. Άτομον εν πολιτική περιβολή, φέρον κόμην μακράν και γενειάδα, εκράτει μακρύκανον πυροβόλον όπλον και ου μόνον ελευθέρως και ανεμποδίστως, ως εις οικείον και γνώριμον χώρον, εκινείτο μεταξύ των οργάνων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, αλλά και επυροβόλει διά τού όπερ έφερε φονικού όπλου εκ διαφόρων σημείων τού κτιρίου και από της ταράτσας, αλλά και εκτός αυτού, κατά τού πλήθους ή και μεμονωμένων διαδηλωτών προς το Πολυτεχνείον και την οδόν Αβέρωφ. Τα στοιχεία ταυτότητος και η κακούργος συμπεριφορά τού αδιστάκτου τούτου φονέως βεβαιούνται εκ των συλλεγεισών αποδείξεων.
Από της 20.00΄ ώρας περίπου ήρχισεν η εντός και εκτός του Πολυτεχνείου ρίψις βομβίδων δακρυγόνων υπό τής Αστυνομίας, ενώ η ψυχραιμία και η υπευθυνότης είχον εγκαταλείψει πολλά από τα κατώτερα, ιδία, όργανα της. Ου μόνον εκτύπων ανηλεώς και βαναύσως τους διαδηλωτάς, σοβαράς προκαλούντες εις τούτους κακώσεις, αλλά και επυροβόλουν διά τών όπλων των.
Και είναι εύκολον να κρίνει τις και να παρακολούθησει τήν κατεύθυνσιν τών υπό την δόνησιν παρομοίων ψυχικών εκρήξεων εξαπολυομένων βολίδων! Εις έτερα δε σημεία τών οδών Πατησίων και Αλεξάνδρας πυραί ηνάπτοντο, οχήματα μετεκινούντο και ανετρέποντο, οδοφράγματα ανεγείροντο, φθοραί και καταστροφαί περιουσιών προεκαλούντο. Και μέσα εις τον ορυμαγδόν αυτόν τής καταστροφής και του ελλοχεύοντας θανάτου έπιπτον οι πρώτοι νεκροί και τραυματίαι. Είναι έργον δικαιοσύνης δε εξ υπαρχής να τονισθεί ότι η τραγωδία δεν υπήρξεν μονόπλευρος και δεν εβάρυνεν μόνον το άοπλον πλήθος και τους διαδηλωτάς, διότι υπήρξαν και περιπτώσεις τραυματισμού αστυνομικών.
Άγνωστον τί ακριβώς επηρέασε τήν βούλησιν τών υγειονομικώς υπευθύνων. Υπήρξαν όμως και ενθαρρυντικοί εξαιρέσεις διακεκριμένων πράξεων φιλαλληλίας και αλτρουισμού. Ιατροί τών γύρω περιοχών προσέτρεξαν εις το Πολυτεχνείον, υπείκοντες εις την φωνήν τού ανθρωπιστικού και ιατρικού των καθήκοντος, άγνωστοι και ανώνυμοι ιδιώται κινητοποιούνται, αδελφοί νοσοκόμοι προσφέρονται και ιατροί εκ του Ρυθμιστικού Κέντρου κατέρχονται εις το Πολυτεχνείον διά να προσφέρουν τάς υπηρεσίας των και παραλάβουν τραυματίας.
Ότε όμως ήρχισεν η διακομιδή τών πρώτων τραυματιών, εις το Ρυθμιστικόν Κέντρο Αθηνών η ανθρωπίνη βαρβαρότης έδειξε το αληθές προσωπείον της, ημαύρωσε και διέσυρε πάσαν έννοιαν φιλαλληλίας και ανθρωπισμού. Οι τραυματίαι δεν απετέλουν εκεί αντικείμενον περιθάλψεως και μερίμνης, αλλά στόχον καννιβαλικών εκδηλώσεων εκ μέρους ευάριθμων, εκ των αυτόθι υπηρεσιακώς ευρισκομένων αστυνομικών υπαλλήλων, υπό τας ευλογίας και παροτρύνσεις τού τότε διοικητικού Διευθυντού τού Νοσοκομείου, όστις κραδαίνων παρανόμως περίστροφον, υβρίζων και απειλών και βλασφημών, περιεφέρετο εις τους χώρους τού Νοσοκομείου ενσπείρων τόν τρόμον. Υβρίζοντο αναιδώς και εκακοποιούντο βαναύσως ου μόνον οι τραυματίαι, αλλά και οι συνοδοί των. Και υπήρξαν περιπτώσεις βαρύτατων τραυματισμών, υπό των «γενναίων» αυτών αστυνομικών προκληθέντων.
Το ανήκουστον όμως και φοβερόν είναι ότι εδολοφονήθη άνθρωπος εν ψυχρώ εκ της κακουργίας των ταύτης. «Γύρω στα μεσάνυχτα τής Παρασκευής, κατατίθεται υπό υπαλλήλου τού Ρυθμιστικού, ένας νέος άνθρωπος ήλθε στο Ρυθμιστικό ζητώντας πληροφορίες για τους δικούς του. Πέσανε επάνω του τρεις αστυφύλακες που ήσαν στο Ρυθμιστικό και τον κομμάτιασαν κυριολεκτικώς στο ξύλο με αποτέλεσμα να πεθάνει. Τον μετέφεραν εν συνεχεία, στον νεκροθάλαμο». Του τραγικού περιστατικού υπήρξαν και άλλοι αυτόπται, οι οποίοι καταθέτουν ομοίως και αποκαλύπτουν μερικούς εκ των δολοφόνων.
Ιατρός χειρουργός Ρυθμιστικού καταθέτει ότι υπέκυψεν εις τας χείρας του τραυματίας διά πυροβόλου όπλου, συνεπεία βαρείας κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως εκ ξυλοδαρμού, και υπάλληλος τού ιδίου Νοσοκομείου τονίζει. «Το θέαμα ήτο φοβερό και μας έκανε να ντρεπόμαστε για την κατάντια μας». Εν όψει τής θλιβεράς ταύτης πραγματικότητος οι μεν ιατροί εφυγάδευσαν τούς τραυματίας ή κατεσκεύασαν ψευδώς τα στοιχεία τής ταυτότητος των, ίνα αποφύγουν ούτοι τας εν συνεχεία βεβαίας κακοποιήσεις των, οι δε τραυματίαι απέφευγαν να μεταβούν εις Νοσοκομεία ή Κλινικάς. Και ούτω την εντροπήν, περί ης η ανωτέρω κατάθεσις, διεδέχθη ο φόβος τών ασθενών και η εκ των Ναών τής Υγείας απομάκρυνσίς των! Δείγμα και τούτο τής πολιτιστικής εξελίξεως μιάς εποχής.
Ποία όμως ήτο η εξέλιξις τών γεγονότων κατά την ημέραν ταύτην υπό άποψιν υπευθύνου αντιμετωπίσεώς των. Περί ώραν 11.00΄ πραγματοποιείται σύσκεψις εις το γραφείον τού Πρωθυπουργού, παρισταμένων τών Αντιπροέδρων τής Δημοκρατίας και Κυβερνήσεως, των Υπουργών Παιδείας και Δημοσίας Τάξεως, του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και του Αρχηγού τής Αστυνομίας. Μετά δεκάλεπτον προσέρχεται εις την σύσκεψιν και ο Πρόεδρος τής Δημοκρατίας. Και κατά την σύσκεψιν ταύτην αποφασίζεται, καθ' α υπευθύνως υπό τότε κυβερνητικών παραγόντων υποστηρίζεται και κατατίθεται, ότι επ' ουδενί λόγω θα εχρησιμοποιούντο όπλα, αν προεβάλλετο αντίδρασις και μόνον εν εσχάτη ανάγκη θα επετρέπετο η χρήσις δακρυγόνων, απαγορευομένης όμως της ρίψεως τούτων εντός τού Πολυτεχνείου.
Η διά τών γεγονότων όμως αναφανείσα ακολούθως πραγματικότης παρουσιάζεται άντικρυς αντίθετος τών εκτεθέντων θεωρητικών εξορκισμών [αύριο η συνέχεια και η κορύφωσις...]
* Κανένας ίσως απ’ όσους βρέθηκαν τότε εκεί, απ’ όσους ύστερα αποπειράθηκαν να περιγράψουν ιστορικώς ή λογοτεχνικώς το γεγονός, δεν τό προσέγγισε με τήν αντικειμενικότητα, τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις, τη σαφήνεια, το ύφος τής περιγραφής τού νεαρού τότε Εισαγγελέως Δημητρίου Τσεβά στο ιστορικό πόρισμά του (οι υπογραμμίσεις, εδώ με πλάγια στοιχεία, δικές του). Τόσο που όταν το διαβάζεις αγνοείς πως είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, η γλώσσα ρέει σαν τού Παπαδιαμάντη…