Το επαναστατικό στράτευμα που είχε κυκλώσει την Τριπολιτσά τον Σεπτέμβριο του 1821 ήταν χωρισμένο σε τέσσερα σώματα με διοικητές τον Κολοκοτρώνη, τον Γιατράκο, τον Αναγνωσταρά και τον Πέτρο Μαυρομιχάλη. Ήταν κοινό μυστικό ότι η πρωτεύουσα τού Μοριά έκρυβε μεγάλους θησαυρούς και φυσικά τα χαρέμια τού Χουρσίτ πασά. Από τη στιγμή που η τύχη της είχε κριθεί, το μόνο που απέμενε ήταν η παράδοση ή η εισβολή. Μόνο που αυτή τη φορά η επιχείρηση υπερέβαινε κατά πολύ τον στρατιωτικό χαρακτήρα της.
Ο Υψηλάντης, βέβαια, πιστός στα στρατιωτικά του καθήκοντα, είχε φροντίσει να οριστεί επακριβώς η διανομή τής λείας, τί θα ανήκε στους εισβολής, τί θα πήγαινε στο ανύπαρκτο εθνικό ταμείο. Ανάλογους όρους είχε εκφράσει για τη συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους. Ωστόσο, παρ' ότι ξένος, θα πρέπει να είχε συναισθανθεί και ο ίδιος ότι τα όσα θα ακολουθούσαν ασφαλώς θα κονιορτοποιούσαν τά όποια μέτρα είχαν ληφθεί. Ως εκ τούτου έπραξε σοφά και απομακρύνθηκε από την πολιορκία προς τις ακτές τού Κορινθιακού. Ουσιαστικά τούς είχε αφήσει μόνους, ραγιάδες και Τούρκους, να λύσουν τους λογαριασμούς τους διά τής σφαγής.
Σφαγές τού άμαχου λαού από εισβολείς είναι συνηθισμένες στα πολεμικά χρονικά. Μόνο που κατά την άλωση τής Τριπολιτσάς δεν έχουμε έναν οργανωμένο στρατό που καταλαμβάνει μια πόλη, αλλά μια σπαρακτική εθνοφυλετική εκδίκηση. Τα θύματα αίφνης βρέθηκαν σε μια απόλυτη θέση ισχύος, τους ανατέθηκε ο ρόλος τού δημίου χωρίς να υπάρχει ανασταλτικός παράγοντας. Η μαύρη τελετή δεν έκανε διάκριση σε ηλικίες, φύλο, θρησκεία, εθνότητα (οι δυο χιλιάδες Εβραίοι τής πόλης κατακρεουργήθηκαν με πρωτοφανή ωμότητα).
Αυτόπτης μάρτυς ο Φωτάκος, περιγράφει τούς Υδραίους με τα μαχαίρια τους (τους «σαλτιρμάδες") που πελεκούσαν όποιον έβρισκαν. «Ακόμη και τώρα έρχεται εις τον νουν μου το λιάνισμα και το τρίξιμον τών κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν τήν σφαγήν, αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτε, μάλιστα εφοβήθηκα μη μού δώσουν και εμένα καμίαν πληγήν. Τόση ήτο η μέθη των διά να σκοτώνουν Τούρκους!».
Ο απόηχος τής σφαγής δεν έκανε μόνο τον γύρο τών απανταχού ραγιάδων, αλλά έφτασε ως τα πολιτισμένα κράτη τής Ευρώπης, όπου τα φιλελληνικά κομιτάτα ήρθαν σε δύσκολη θέση. Πώς να υπερασπιστούν ανθρώπους που ξεπέρασαν τα όρια τής βαρβαρότητας και της κτηνωδίας; Εν τούτοις αυτό που θεωρήθηκε εθνική ντροπή ήταν στην πραγματικότητα μια εθνική ανάσταση, έστω και ανόσια. Μόνο με την άλωση της Τριπολιτσάς οι ραγιάδες μυήθηκαν στο βαθύτερο νόημα τού πολέμου που είχαν κηρύξει. Δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμού ανάμεσα στους δύο λαούς. Ο πόλεμος θα έφτανε μέχρις εσχάτων.
Μέσα στην πρωτάκουστη αιματοχυσία και στο λύθρο οι επαναστάτες έπαιρναν ουσιαστικά το αληθινό πολεμικό βάπτισμα. Και βέβαια δεν χρειάζεται να δικαιολογούμε τις μαύρες σκηνές που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους και στα σπίτια τής πρωτεύουσας με το μένος αιώνων κατά τού τυράννου. Οι Μοραΐτες μετρούσαν μόνον έναν αιώνα σκλαβιάς. Είχαν όμως ανάγκη μια κατάσταση απολύτου ασυδοσίας για να ανακτήσουν τη φυλετική τους αυτοπεποίθηση. Και την ανέκτησαν με μια αθεμιτουργία που δεν βρήκε ποτέ τον υμνητή της. Το νεοσύστατο κράτος είχε ανάγκη την προβολή ηρωικών θυσιών. Το Μεσολόγγι απέβη εθνικό σύμβολο, ενώ η Τρίπολη αποσιωπήθηκε...