Ογδόντα τόσα χρόνια από τον θάνατό του, πέθανε σαν σήμερα στις 23 Σεπτεμβρίου 1939, μας «ενοχλεί» ακόμα. Και τώρα που μάς βρίσκει να μονομαχούμε με τον κορονοϊό μάς υπενθυμίζει:
Μη θλίβεσαι πού 'χεις πεθάνει, Αχιλλέα... Έτσι είπα και μού απάντησε αμέσως. Μη με παρηγορείς, ευγενικέ μου Οδυσσέα. Θα προτιμούσα δούλος νά 'μουν, άλλον να υπηρετώ, άνθρωπο σκληρό χωρίς περιουσία, παρά να βασιλεύω ανάμεσα στους πεθαμένους (Οδύσσεια, λ 486-491)...
Μόνο αργότερα οι θρησκείες θεώρησαν αυτή τη μετέπειτα ύπαρξη ως την πιο πολύτιμη και έγκυρη, υποβιβάζοντας τη ζωή, που τερματίζεται με τον θάνατο, σε απλή προετοιμασία. Απλή συνέπεια αυτής τής πίστης ήταν η επέκταση τής ζωής και προς τη μεριά τού παρελθόντος, η επινόηση προγενέστερων μορφών ύπαρξης, οι μετενσαρκώσεις τών ψυχών με μια καινούργια γέννηση. Και όλα αυτά με σκοπό να αρθεί η σημασία του θανάτου ως κατάργηση τής ζωής.
Η άρνηση τού θανάτου, που την ανάγουμε στις συμβάσεις του πολιτισμού, χρονολογείται από πολύ παλιά. Πλάι στο πτώμα τού αγαπημένου προσώπου γεννήθηκαν όχι μόνο η έννοια τής ψυχής, η πίστη στην αθανασία και μια από τις πιο σημαντικές αιτίες τού συναισθήματος ενοχής στον άνθρωπο. Αλλά και οι πρώτες ηθικές προσταγές. Η πρώτη και σημαντικότερη από τις απαγορεύσεις που προήλθαν από μια ηθική συνείδηση που μόλις άρχισε να διαμορφώνεται. Ου φονεύσεις! Η προσταγή αυτή επιβλήθηκε ως αντίδραση ενάντια στην ικανοποίηση τού μίσους μπροστά από τον αγαπημένο νεκρό, ικανοποίηση κρυμμένη πίσω από το πένθος, που επεκτάθηκε βαθμιαία μέχρι τον ξένο που μάς είναι αδιάφορος και τελικά τον εχθρό.
Σήμερα όμως ο πολιτισμένος άνθρωπος δεν αισθάνεται αυτή την απαγόρευση. Από τη στιγμή που μια απόφαση θα βάλει τέλος στην άγρια σύγκρουση αυτού του πολέμου, καθένας από τους νικητές θα γυρίσει χαρούμενος στο σπίτι του και θα ξαναβρεί τη γυναίκα και τα παιδιά του, χωρίς να απασχολείται ούτε να ταράζεται με τη σκέψη τών εχθρών που έχει σκοτώσει στη μάχη σώμα με σώμα ή μ' ένα όπλο μεγάλης εμβέλειας. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι πρωτόγονοι λαοί που ζουν ακόμα στη γη και που σίγουρα μάς είναι πιο προσιτοί από τον άνθρωπο τής προϊστορικής εποχής, έχουν σχετικά μ’ αυτό το θέμα μια εντελώς διαφορετική συμπεριφορά ή εξακολουθούσαν να τήν έχουν όσο δεν είχαν υποστεί τήν επιρροή τού πολιτισμού μας.
Ο «άγριος», από την Αυστραλία, τα νησιά Φούτζι ή ο Βουσμάνος, δεν είναι σε καμιά περίπτωση ένας αμετανόητος δολοφόνος. Όταν επιστρέφει νικητής από τα χαρακώματα δεν έχει τό δικαίωμα να μπει στο χωριό του, ούτε ν' αγγίξει τη γυναίκα του, αν δεν εξιλεωθεί πρώτα από τα εγκλήματα που διέπραξε στον πόλεμο, κάνοντας μετάνοιες συχνά παρατεταμένες και οδυνηρές. Φυσικά αυτό οφείλεται στη δεισιδαιμονία. Ο άγριος φοβάται ακόμα ότι θα τόν εκδικηθούν τά πνεύματα τών θυμάτων του. Αλλά τα πνεύματα τών σκοτωμένων εχθρών δεν είναι τίποτ' άλλο παρά η έκφραση τής ένοχης συνείδησής του, για το αιματηρό έγκλημα που διέπραξε.
Πίσω απ’ αυτήν τη δεισιδαιμονία κρύβεται μια πλευρά ηθικής λεπτότητας, που εμείς οι πολιτισμένοι άνθρωποι έχουμε χάσει...