Και πώς είδαμε τα πράγματα εκ των υστέρων. Εμφύλιος και πολιτική συγκυρία, Τασούλα Βερβενιώτη, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τεύχος 107, 2002, σελ. 162-162 (στη φωτογραφία, περιμένοντας τις ναπάλμ):
Ο ελληνικός Εμφύλιος δεν ήταν απλά μια τρίχρονη ένοπλη σύρραξη (1946-1949). Υπήρξε κατ' εξοχήν μία πολιτική σύγκρουση (αριστεράς - δεξιάς), η οποία διεξήχθη μέσα στο πλαίσιο μιας διεθνούς σύρραξης, του ψυχρού πολέμου. Η διάρκεια του πολιτικού εμφύλιου, με τους μετριότερους υπολογισμούς, διήρκεσε δεκαπλάσιο χρόνο από την ένοπλη σύγκρουση. Γι' αυτό η μνήμη του Εμφυλίου είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα πολιτικά γεγονότα και επικαθορίζεται από αυτά. Ως πρώτη τομή στο εμφυλιο-πολιτικό/πολεμικό κλίμα μπορεί να θεωρηθεί η επτάχρονη δικτατορία (1967-1974). Στη διάρκεια της επετεύχθησαν πολιτικές συγκλίσεις ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά με αποκορύφωμα τη σχεδόν αθόρυβη νομιμοποίηση του ΚΚΕ με τη μεταπολίτευση. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και η αναγνώριση της «εθνικής» αντίστασης το 1982 αποτελεί μια δεύτερη τομή. Και τέλος μια τρίτη, το 1989: χρονιά που «κατέρρευσαν» τα σοσιαλιστικά καθεστώτα και σήμανε το τέλος του ψυχρού πολέμου, που στην Ελλάδα η αριστερά πήρε μέρος στην κυβέρνηση (γεγονός που είχε να συμβεί από το 1944) συνεργαζόμενη με τη δεξιά, που στη Βουλή ψηφίσθηκε ο νόμος για την «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου πολέμου 1944-1949» και που όλα τα κόμματα αποφάσισαν ομόφωνα να στείλουν τους «φακέλλους» στη Χαλυβουργική για να καούν, να εξαφανίσουν δηλαδή τα ίχνη όχι του ένοπλου αλλά του πολιτικού εμφυλίου.
Αυτά όμως τα «συμφιλιωτικά» γεγονότα συνέβησαν σαράντα περίπου χρόνια μετά το τέλος της ένοπλης σύγκρουσης και γι' αυτό η επίδραση τους δεν ήταν άμεση. Οι αλλαγές στη διεθνή ή την εθνική πολιτική σκηνή, όταν δε διαφοροποιούν την καθημερινή πραγματικότητα των ανθρώπων, δεν μεταβάλλουν τις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές τους. Οι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο. Το δικό τους χρόνο. Το πιο δυνατό σοκ που δίχασε τη «γενιά της Αντίστασης» ήταν η «συγκυβέρνηση». Οι περισσότεροι από τους «αυριανιστές» που ήταν αντίθετοι με τη συνεργασία δεξιάς - αριστεράς και στρατεύτηκαν στο πλευρό του ΠΑΣΟΚ και του ιδρυτή του ήταν πρώην μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Αυτή η σύγκρουση άφησε να ξεσπάσει συγκρατημένα το κύμα της διαφωνίας που κρυβόταν από παλιά, πολύ πιο πίσω από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, από το 20ό Συνέδριο της ΕΣΣΔ και τα «γεγονότα της Τασκένδης» (1955), από τη συμφωνία της Βάρκιζας (1945) και από το Λίβανο (1944) ακόμα. Θεωρώ ότι η συγκυβέρνηση (το εθνικό γεγονός) και όχι η κατάρρευση της ΕΣΣΔ (το διεθνές γεγονός) ήταν που έκανε τον Εμφύλιο αφηγήσιμο και μας επέτρεψε να παίρνουμε μαρτυρίες.
Η «κατάρρευση» της Σοβιετικής Ένωσης είναι αβέβαιο αν -και πώς- έχει συνειδητοποιηθεί, γιατί στα χρόνια του ψυχρού πολέμου η πολιτική τοποθέτηση των ανθρώπων (δεξιός, αριστερός) κρινόταν από την υπεράσπιση της ή μη. Επιπλέον η σχέση με την -ορθόδοξη- Ρωσία πάει πολύ πιο πίσω, στο «Μόσχοβο», που θα 'φέρνε το «σεφέρι» να απελευθερώσει τους ραγιάδες. Το 1999, δέκα χρόνια μετά την «κατάρρευση», σε ένα χωριό των Αγράφων ο Γ.Σ. μου είπε: «Αυτή την προπαγάνδα πάντοτε την περνούσαν. Το κεφάλαιο πάντοτε την πέρναε [...] Αυτό εγώ δεν το πιστεύω ακόμα. [...] Ο Γκορμπατσώφ είναι κομμουνιστής. Ο Γέλτσιν κομμουνιστής και οι άλλοι αυτοί όλοι όσοι έχουν κόμματα είναι όλοι κομμουνισταί. Αυτό έκανε και το ΕΑΜ τότε, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ήταν τρία τέσσερα κόμματα κι απάν' ήταν όλοι κομμουνισταί. Αυτό παίζουν κι αυτοί τώρα εκεί. Τι παίζουν; Να πάμ' για [παγκόσμιο] πόλεμο ήθελες;». Η κατάσταση στην ΕΣΣΔ έχει το παράλληλο της με τη σχέση ΕΑΜ/ΚΚΕ. Η πρόσληψη των εξωτερικών πολιτικών γεγονότων περνάει μέσα από τα εθνικά πολιτικά βιώματα.
Και αν σε ένα ορεινό χωριό, παρόλη την ύπαρξη της τηλεόρασης, δεν είναι αποδεκτή η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το ότι κάηκαν οι φάκελλοι δεν το πιστεύουν ούτε όσοι κατοικούν στα αστικά κέντρα. Είναι σίγουροι ότι κάπου τους έχουν φυλάξει, παρόλο που οι ίδιοι θα 'θελαν να είχαν καεί. Εξάλλου, συνεχίζουν αιτιολογώντας την άποψη τους, το κάψιμο των φακέλλων υπήρξε αίτημα της αριστεράς. Μια μορφωμένη γυναίκα, πρώην πολιτικός πρόσφυγας, το 1999, υποστήριξε ότι οι φάκελλοι σωστά κάηκαν (εάν κάηκαν) με το εξής σκεπτικό: «Γιατί να μάθουν τα παιδιά κάποιου ότι ο πατέρας του ή η μάνα του είχε υπογράψει δήλωση;». Ο χρόνος έμοιαζε ακίνητος. Η δήλωση αποτελούσε και αποτελεί ντροπή και προδοσία. Δεν σπίλωνε μόνο την προσωπική τιμή του «δηλωσία», αλλά και την τιμή των παιδιών του και όλης της οικογένειας - ακόμα και σήμερα!
Ο ερευνητής αντιμετωπίζει την ακινησία του χρόνου των πληροφορητών του σε πολλές περιπτώσεις, γιατί ορισμένες χρονικές περίοδοι, ακόμα και μήνες, στη ζωή των ανθρώπων βαραίνουν περισσότερο από ολόκληρες δεκαετίες. Το βάρος των γεγονότων του Εμφύλιου ήταν πολύ μεγάλο. Μια γυναίκα-στέλεχος ανέβαλε το ήδη κανονισμένο ραντεβού μας για συνέντευξη με το αιτιολογικό ότι έπρεπε να πάω πρώτα να πάρω συνέντευξη από την καθοδηγήτρια της στο Κόμμα και ιεραρχικά ανώτερη της στο Δημοκρατικό Στρατό. Ακόμα και αν το επιχείρημα αυτό ήταν μια υπεκφυγή, είναι σημαντικό/σημαδιακό ότι το χρησιμοποίησε. Η ακινησία αυτή πολλές φορές εκφράζεται και λεκτικά στη διάρκεια της συνέντευξης: λένε 1948 ενώ έχουμε 1988 ή 1998.
Ως αντίβαρο σε όλα αυτά λειτουργεί η σταθερότητα του κοινοβουλευτισμού (ήδη βρισκόμαστε για πρώτη φορά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, 1830, στον 27ο χρόνο χωρίς πολέμους, δικτατορίες ή κινήματα) καθώς και ο δημόσιος λόγος. Οι χειραψίες του Τσακαλώτου (Κυβερνητικός Στρατός) με το Μάρκο (Δημοκρατικός Στρατός), η ψήφιση του νόμου για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου, ο δημόσιος λόγος δηλαδή -με όποιους τρόπους και αν εκφράζεται- επιδρά και διαμορφώνει την ατομική/ συλλογική λαϊκή μνήμη. Από την άλλη μεριά όμως, το βάρος του 30-50χρονου πολιτικού εμφύλιου είναι μεγάλο και εμποδίζει -σε σημαντικό βαθμό- την άμεση πρόσληψη της σημερινής πολιτικής συγκυρίας, που υποστηρίζει ότι θέλει να βρίσκεται μακριά από εμφυλιοπολεμικές λογικές. Και αυτό -το κοινωνικά αρνητικό γεγονός- λειτουργεί θετικά για την ιστορική έρευνα.