Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ούτε οργανωτικό ούτε, επί της ουσίας, πολιτικό. Άπαντες στην Κουμουνδούρου, από τους «πασοκογενείς» έως τους πλέον παραδοσιακούς αριστερούς ριζοσπάστες, συμφωνούν στην ανάγκη διεύρυνσης του κόμματος, όπως και στην ανάγκη της, πολυσυζητημένης πια, «αντιστοίχισης» με την εκλογική του βάση.
Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι, κατά βάση, ταυτοτικό, και αυτός είναι ο λόγος που ο διάλογος των επόμενων μηνών έως το συνέδριο διαγράφεται δύσκολος, και πιθανώς και επώδυνος. Είναι ο διάλογος που άνοιξε στην σημερινή συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας με τέσσερα δομικά ερωτήματα:
Σε ποιο βάθος μπορεί να φθάσει η όσμωση, και εν τελεί η σύνθεση, του παλαιού κομματικού ΣΥΡΙΖΑ με την κεντροαριστερή, νέα εκλογική του βάση και με τη ριζοσπαστική σοσιαλδημοκρατία χωρίς να ελοχεύει ο κίνδυνος της λεγόμενης «πασοκοποίησης»;
Πόσο έτοιμος είναι ο «όλος ΣΥΡΙΖΑ» να αποδεχθεί την ισότιμη ενοποίησή του με την Προοδευτική Συμμαχία στην οποία έχει επενδύσει προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας;
Ποιές ισορροπίες μπορούν να υπάρξουν ανάμεσα στο ηγετικό imperium που έχει δώσει το ίδιο το εκλογικό σώμα στον Αλέξη Τσίπρα και στην κουλτούρα συλλογικότητας της ριζοσπαστικής αριστεράς;
Και πόσο ενεργό, και πόσο ισότιμο, ρόλο είναι πράγματι διατεθειμένο να αναγνωρίσει το υπάρχον κομματικό προσωπικό στα νέα μέλη που επιδιώκει να προσελκύσει; Τί σημαίνει δηλαδή, εν ολίγοις, το μήνυμα Σκουρλέτη ότι «δεν θέλουμε followers αλλά ουσιαστική σχέση των μελών με την πολιτική»;
Ποιό δρόμο θα διαλέξει;
Όλα αυτά τα ερωτήματα κατατίθενται από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και είναι προφανές ότι δεν θα πάρουν απάντηση στην σημερινή Πολιτική Γραμματεία. Οριοθετούν όμως την αφετηρία μιάς δύσκολης συζήτησης, που εκκινεί και με προσωπικά και με εσωστρεφή χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει καταστήσει σαφές ότι στόχος του είναι η απάντηση σ’ αυτά τα διλήμματα μέσω της σύνθεσης και της συστράτευσης και όχι μέσω συγκρούσεων και αποκλεισμών, ταυτόχρονα όμως οι συνομιλητές του τον εμφανίζουν και αποφασισμένο «να μην πουλήσει την εντολή που το έδωσε το 31,5% του ελληνικού λαού» την 7η Ιουλίου.
Κατά μια μεγάλη μερίδα των «προεδρικών» στελεχών, αυτή η εντολή μεταφράζεται σε ρεαλιστική και χωρίς καχυποψίες προσέγγιση με την κεντροαριστερά, τους ψηφοφόρους του παλαιού ΠΑΣΟΚ, αλλά και εκείνα τα στελέχη του που δείχνουν έτοιμα για προγραμματική συμπόρευση σε «μια νέα, μεγάλη δημοκρατική παράταξη».
Για την άλλη, όμως, την παραδοσιακή ριζοσπαστική τάση του κόμματος, η προσέγγιση αυτή συνιστά και εγκατάλειψη της αριστερής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ και αφετηρία της «πασοκοποίησης». Για πολλούς επίσης αποτελεί και «ένα βολικό άλλοθι για να μην συζητηθούν οι αιτίες της εκλογική ήττας». Αιτίες τις οποίες η ίδια πλευρά εντοπίζει ακριβώς στην υιοθέτηση πρακτικών ενός αρχηγικού κόμματος εξουσίας και στην απομάκρυνση από «την ίδια την αξιακή ατζέντα της αριστεράς». Ο εσωκομματικός αντίλογος λέει και εδώ το ακριβώς αντίθετο, πως η ήττα ήταν συνέπεια, πλην των άλλων, και «της κομματικής περιχαράκωσης και του αριστερού ελιτισμού».
Πρόκειται προφανώς για μια συζήτηση και για επιχειρήματα που περιλαμβάνουν επώδυνες αλήθειες και από τις δύο πλευρές, πρόκειται όμως και για μια συζήτηση που δεν μπορεί να έχει απεριόριστη διάρκεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέραν του κομματικού του μετασχηματισμού οφείλει πρωτίστως να καταθέσει έγκαιρη και αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση μοντέλου διακυβέρνησης απέναντι στο νεοφιλελεύθερο κράτος Μητσοτάκη. Κι αυτό επίσης το γνωρίζει, και το πιστεύει, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, εξ ου και οι πρωτοβουλίες του αναμένονται ιδιαίτερα καθαρές μέσα στο φθινόπωρο.