«Γάτα» ή βλάξ;

Οι «γάτες» συναντώνται παντού, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. «Είναι γάτα ο Δήμαρχος». «Γάτα ο Κωστάκης». «Γάτα ο κοντός». «Γάτα» ο τάδε, ο δείνα... Ενίοτε συναντώνται και «γατούλες». Της πολιτικής εννοούμε, προς αποφυγή παρεξηγήσεως. «Γάτα η Αννούλα». «Γάτα η Νικούλα». Για να μην ανέβουμε κλιμάκια τού εν λόγω «γατόκοσμου»...

Ο πειρασμός τής συγκυρίας μάς σπρώχνει ν’ αναρωτηθούμε. Είναι «γάτα» ο Κυριάκος; Διότι «Βενιζέλος» και «Τσώρτσιλ» ηκούσθη. Γενικά πάντως ομιλούντες περί «γατών» αναφερόμεθα σε «καπάτσους» ανθρώ­πους, που καταφέρνουν να αντιμετωπίζουν «ευφυώς» δύσκολες καταστάσεις, στα όρια τού υποκόσμου και του κόσμου· στους καταφερτζήδες και στους απατεώνες, στους «επιτηδείους», τής πολιτικής φερ’ ειπείν. Αν όχι με ζηλοφθονία, στεκόμεθα με θαυμασμό, κρυφό ή κραυγάζοντα, ενώπιον των «γατών». Αλίμονο όμως...

Στον κόσμο των «γατών» τής πολιτικής, με ορατά γύρω μας τα αποτελέσματα των «επιτηδείων» κινήσεών τους (στην οικονομία, στην υγεία, στο περιβάλλον, στην παιδεία) διερωτώμεθα συχνά. Μήπως η «γάτα» είναι βλάξ; Η απάντηση στο απροσδόκητο τούτο ερώτημα υπερβαίνει τη διάνοιά μας. Την μαρξιστική θεώρηση την έχουμε εξαντλήσει· καταφεύγουμε στην επιστήμη και δη στην κρίση τού πρώτου έλληνος Κοινωνιολόγου και αγαθού ανδρός Ευάγγελου Λεμπέση, ο οποίος ετελεύτησε τον βίο σαν σήμερα το 1968. Στο πλέον γνωστό έργο του, «Ἡ τεραστία κοινωνική σημασία τῶν βλακῶν ἐν τῷ συγχρόνῳ βίῳ», που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1941 (VII):

Ὁ συνήθης κοινωνικός ἄνθρωπος θεωρεῖ τόν ἐπιτήδειον καί τόν ἀπατεῶνα ὡς ἀνηθίκους μέν, ἀλλ’ ὡς ὑπο­διαιρέσεις τοῦ εὐφυοῦς. Ὅλως τό ἀντίθετον συμβαίνει· ὁ ἐπιτήδειος καί ὁ ἀπατεών εἶναι ὑποδιαιρέσεις τοῦ βλακός. Καί ἰδού πώς… Μόνον ὁ πνευματικῶς ἀνάπηρος ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιτη­δειό­τητος καί τῆς ἀπάτης διά νά προωθηθεῖ ἤ νά ἐπικρατήσει. Οὐδείς ἄνθρωπος ἀξίας ἔχει ἀνάγκην νά γίνη ἐπιτήδειος ἤ ἀπατεών. Ἡ καθημερινή δέ κοινωνική πεῖρα διδάσκει ὅτι τά ἐπίθετα ταῦτα οὐδέποτε κατώρ­θω­σαν νά «κολ­λήσουν» εἰς ἀνθρώπους πραγματικῆς ἀξίας, οἱ ὁποῖοι, ἄν ὑπῆρξαν μισητοί, ἐχαρακτηρίσθησαν ἴσως ὡς «κακοί», ὡς «καταχθόνιοι», ὡς «γόητες»…, οὐδέποτε ὅμως ὡς ἐπιτήδειοι ἤ ἀπατεῶνες.

Για τον Ευάγγελο Λεμπέση και το έργο του έγινε ορισμένη συζήτηση πριν από τριάντα περίπου χρόνια, όταν τον ανέφερε σε μια συνάντησή του με δημοσιογράφους (1989) ο «Κύριος» Χρήστος Σαρτζετάκης (η μόνη ίσως προσφορά τού τότε Προέδρου τής Δημοκρατίας καθ’ όλην την διάρκεια της θητείας του...). Έκτοτε ο Ευάγγελος Λεμπέσης πάλι ξεχάστηκε, αν και εκ της συζητήσεως εκείνης πιθανόν να προέκυψε η έκδοση ενός βιβλίου με το έργο του, από τις «Εκδόσεις τών Φίλων», αν δεν κάνουμε λάθος· μάς διαφεύγει τώρα ο ακριβής τίτλος.

Ο Ευάγγελος Λεμπέσης, είχαμε διαβάσει σ' εκείνο το βιβλίο, έμεινε άγνωστος για περίπου εβδομήντα χρόνια κυρίως για δύο, συναφείς μεταξύ τους λόγους. Πρώτον, έγραψε στην καθαρεύουσα, σε μια εποχή κυριαρχίας τών «δημοτικιστών». Και δεύτερον, η σκέψη και η γραφή του απεκάλυπταν την κενότητα των ανθρώπων που καθόρισαν τις τύχες τής σύγχρονης Ελλάδας, παρασάγγας μακράν τής κοινωνιολογικής και πολιτικής επιστήμης.

Η σαφήνεια τής καθαρεύουσας, αλλά καθαρής γραφής, τα λογικά επιχειρήματα και η διαλεκτική τού Λεμπέση τσακίζουν κόκαλα. Πώς να μη μείνει άγνωστος τόσα χρόνια; Όταν τον ανακαλύψαμε, ήταν αργά για την κοινωνιο-λογική εξέλιξη του τόπου. Αν οι φοιτητές και οι δάσκαλοί μας είχαν διδαχθεί τον έλληνα Ευάγγελο Λεμπέση (δεν απεδείχθη πάντως τί τούς προσέφερε ο Μάξ Βέμπερ, αν αυτόν εδιδάχθησαν), θα αντιλαμβανόμεθα ενδεχομέ­νως και ολίγα περί τής διαχρονικής πολιτικής ανικανότητος και της αεί επικαίρου διαπλοκής.

ΤΡ.
16 Μαΐου 2020
Επεξεργασία