Οι ΗΠΑ είναι μια από τις λίγες χώρες του αναπτυγμένου κόσμου που πληρώνουν τους ανθρώπους που δίνουν αίμα, το περισσότερο από το οποίο πωλείται στο εξωτερικό, το 70% του πλάσματος σε ολόκληρο τον κόσμο πηγάζει [κυριολεκτικά] από την Αμερική.
Οι εμπορευματοποιημένες αιμοδοσίες έχουν αυξηθεί κατακόρυφα και το αίμα αποτελεί πλέον το 2% των εξαγωγών της χώρας, περισσότερο απ' όσο το καλαμπόκι ή η σόγια!
Σύμφωνα με μια έρευνα, ο μέσος «πωλητής αίματος» βγάζει περίπου το ένα τρίτο του εισοδήματός του από το αίμα. Η Κάθριν Έντιν του πανεπιστημίου Πρίνστον θεωρεί την εμπορική βιομηχανία αίματος «πηγή που κρατά ζωντανούς τους φτωχούς των δύο δολαρίων την ημέρα»...
Η χρόνια αφαίμαξη προκαλεί ληθαργία και νοητικές βλάβες. Οι απελπισμένοι Αμερικανοί («ένα μείγμα ανάπηρων, άστεγων, ανύπαντρων γονέων και φοιτητών») μπορούννα δίνουν αίμα δύο φορές την εβδομάδα, εκατόν τέσσερις [104!] φορές τον χρόνο. Όμως η απώλεια τόσου πλάσματος μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν ερευνηθεί. Πολλοί από τους συνήθεις «πωλητές αίματος» υποφέρουν από σχεδόν μόνιμη κόπωση και είναι στο όριο της αναιμίας. Μία από αυτούς, η Ρέιτσελ, περιγράφει την παγίδα στην οποία βρίσκονται:
«Με απέρριψαν δύο φορές, μία επειδή ήμουν πολύ αφυδατωμένη και μία επειδή ήμουν αναιμική. Η φτώχεια δημιούργησε ένα σκατένιο παράδοξο. Δεν μπορούσα να φάω και επειδή δεν μπορούσα να φάω τα επίπεδα σιδήρου μου δεν ήταν αρκετά υψηλά για να μου επιτραπεί να δώσω αίμα»...