Έλληνες και Ιταλοί δεν πολέμησαν για κάποιες αναμεταξύ τους διαφορές, αλλά στο πλαίσιο ενός γιγάντιου παγκόσμιου πολέμου, που είχε ήδη αρχίσει την 1η Σεπτεμβρίου 1939. Ήδη η Γερμανία είχε υποτάξει Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Νορβηγία. Ο πόλεμος μαίνονταν στη Βόρεια Αφρική και στα Βαλκάνια θα ξεσπούσε, όπως εξέσπασε, από ώρα σε ώρα.
Κανείς δεν λογάριαζε τα πράγματα με όρους «μη πολέμου», αν και ορισμένοι προσπάθησαν να τον αποφύγουν, ανεπιτυχώς. ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση, Ελλάδα, Τουρκία (που «κατάφερε» να μείνει ουδέτερη ώς το τέλος), για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Διότι τον πόλεμο, τον γενικευμένο πόλεμο, προωθούσε και επέσπευδε η μιλιταριστική ιδεολογία των δυνάμεων του Άξονα (Γερμανία, Ιαπωνία, Ιταλία) και των συμμάχων τους. Και τον επέσπευδε
με τρόπο αναντίστρεπτο. Ώς το τέλος, ώσπου συντρίφτηκε, γεμίζοντας συντρίμμια τις ίδιες του τις χώρες,
αλλά κι ολόκληρο τον πλανήτη.
Ο πόλεμος έγινε ο κύριος τρόπος άσκησης της πολιτικής, αφού η πολιτική του Άξονα σκόπευε στην πλήρη αναδιάταξη και ανασυγκρότηση του κόσμου υπό την κυριαρχία του και τις αρχές του. Για να το πετύχει
έπρεπε, κατ' αρχήν, να συντρίψει στρατιωτικά τους αντιπάλους του. Τα άλλα, τα οικονομικά, τα κοινωνικά,
τα συνοριακά και τα πολιτικά, θα έρχονταν μετά. Αυτού του τύπου η μιλιταριστική λογική διαμόρφωνε ένα δίλημμα. Υποταγή στον Άξονα ή πόλεμος.
Το δίλημμα αυτό, χωρίς καμία δυνατότητα διαβούλευσης ή συμβιβασμού, διατυπώθηκε απερίφραστα και αναντίλεκτα και στην περίπτωση της Ελλάδας. Όταν ο Ιταλός πρεσβευτής ξύπνησε στις 2.30΄ το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 τον Μεταξά και του ζήτησε να περάσει ο ιταλικός στρατός από την Ελλάδα. Ο Μεταξάς, ως λέγεται, απάντησε, Alors, c'est la guerre (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο)! Είναι η απάντηση που ονομάστηκε Όχι.
Ο πρεσβευτής έφυγε κι ο πόλεμος άρχισε, πριν την εκπνοή μάλιστα της διορίας που έταξε το τελεσίγραφο.
Με το χαμόγελο στα χείλη μπήκαν οι Έλληνες στον πόλεμο την 28η Οκτωβρίου 1940. Με αλαλαγμούς χαράς πανηγύρισαν την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, στην οποία είχαν τόσο συμβάλει.
Οι δύο μερίδες της αστικής τάξης, η αγγλόφιλη και η γερμανόφιλη, που είχαν χωρίσει την άνοιξη του 1941, θα ξαναμονοιάσουν. Ο λόγος που τις χώριζε ή μάλλον που τις είχε δημιουργήσει, με την τροπή του πολέμου υπέρ των Συμμάχων, έπαψε να υπάρχει. Στο μεταξύ είχε γεννηθεί στην Ελλάδα μια νέα πολιτική πραγματικότητα, απρόβλεπτη το ’41, που απειλούσε εξ ίσου και τις δύο παρατάξεις. Η εαμική παράταξη.
Ύστερα ήρθαν άλλα. Το χαμόγελο και οι αλαλαγμοί χαράς (της απελευθέρωσης) έγιναν σπασμοί πόνου...