Πολυτεχνείον, μεσονύκτιον Παρασκευής προς Σάββατον 17ην Νοεμβρίου 1973, οδηγούμεθα ήδη ραγδαίως εις την λύσιν τού δράματος...
Αι μεν αστυνομικαί δυνάμεις έχουν αποκλείσει τό οικοδομικόν τετράγωνον, ο δε στρατός ευρίσκεται ήδη εν κινήσει εγγύς τού Πολυτεχνείου. Περί την 01.30΄ ώραν τού Σαββάτου, τα εκ της Λεωφόρου Αλεξάνδρας κατερχόμενα άρματα εστάθμευσαν εις την πλατείαν Αιγύπτου, ενώ όγκος διαδηλωτών ευρίσκετο εις το ύψος τών πρό τού ΟΤΕ κτισμάτων και καθ' όλον το πλάτος τής Λεωφόρου Πατησίων. Και καθ' όλην όμως την εντός τής πόλεως διαδρομήν τών αρμάτων ρίπτονται πυροβολισμοί εξ αυτών. Την 01.45΄ ώραν τα άρματα ενούνται εις τον πρό τού Πολυτεχνείου χώρον και μονάδες καταδρομών τοποθετούνται καταλλήλως.
Οι ισχυροί προβολείς τών αρμάτων καταυγάζουν ολόκληρον την περιοχήν τού Πολυτεχνείου και οι εντός αυτού εγκλεισμένοι αναρτώνται επί των κιγκλιδωμάτων και χειροκροτούν τούς στρατιώτας ρίπτοντες διάφορα συνθήματα, όπως "Αδέλφια μας φαντάροι, είμαστε άοπλοι, μη μάς χτυπάτε"... Και άρχονται οι αγωνιώδεις διαπραγματεύσεις. Εκπρόσωποι τών σπουδαστών, μέλη τής Συντονιστικής Επιτροπής αυτών, προσέρχονται περί ώραν 02.30΄ εις την κεντρικήν πύλην τού Πολυτεχνείου. Δηλούν ότι αποδέχονται τήν άμεσον και ειρηνικήν εκκένωσιν, υπό την εγγύησιν όμως και παρουσία εκπροσώπων τής Εκκλησίας, της Δικαιοσύνης, των Καθηγητών των, του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και του Τύπου. Προσπαθούν να αποφύγουν τήν μετά βεβαιότητας αναμενομένην κακοποίησιν και επιζητούν να σωθούν. Οι όροι των όμως απορρίπτονται και ακολουθεί ημίωρον περίπου εκνευρισμού, απειλών, αγωνίας, φόβου και απογοητεύσεων.
Κατά τον ίδιον χρόνον εις τον πρό τού Πολυτεχνείου χώρον, έμπροσθεν τού ξενοδοχείου Ακροπόλ, ευρίσκονται ο Υποστράτηγος Διοικητής τής ΣΔΑ, ο Γενικός Γραμματεύς τού Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και ο Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών και άλλοι. Ουδείς όμως εκπρόσωπος τής πνευματικής ηγεσίας τού τόπου είναι παρών. Και οι εγκλεισμένοι, ατακτήσαντες έστω νέοι, αισθάνονται ανασφαλείς, διότι πάντας τούς ως άνω εκτεθέντας θεωρούν διώκτας και αντιπάλους των. Ήτο ανάγκη επομένως οίκοθεν να ληφθεί παν μέτρον διασφαλίσεως τής ειρηνικής και αναίμακτου εξόδου των.
Πέραν όμως και ανεξαρτήτως οιασδήποτε πολιτικής, ηθικής και κοινωνικής δεοντολογίας ως εκ της φύσεως τών εκδηλώσεων και της συμμετοχής νέων εις ταύτας, επεβάλλετο να τηρηθούν απαρεγκλίτως τα νόμιμα. Και αποτέλεσμα τής αυθαιρεσίας ταύτης υπήρξεν η αναστάτωσις, η σύγχυσις, η ανωμαλία και η εμφανής παρανομία, ως το σοβαρώς υπό τής ερεύνης πιθανολογηθέν ότι Συνταγματάρχης τού Στρατού εξετέλεσε εν ψυχρώ νέον ηλικίας 17 ετών έμπροσθεν τού Πολυτεχνείου...
Η εισβολή τού άρματος..
Την 02.45΄ ώραν τάσσεται μικρά, ίσως 15λεπτος, προθεσμία εις τους σπουδαστάς, διά να εξέλθουν. Μερικοί εκ τών εγκλείστων ήρχισαν να απασφαλίζουν τήν είσοδον και τελικώς το επέτυχον. Εδυσχεραίνετο όμως η έξοδος, διότι όπισθεν τής πύλης είχε τοποθετηθεί και ευρίσκετο αυτοκίνητον «Μερσεντές». Και ενώ η μεν πρόθεσις τών εγκλείστων προς έξοδον είχε καταστεί εμφανής, προσπάθεια δε κατεβάλλετο διά την απομάκρυνσιν τού φράσσοντος τήν πύλην αυτοκινήτου, ανυπόμονος Ίλαρχος, αυτόθι ιστάμενος, απώλεσε τήν ψυχραιμίαν του και εν οργή ανεφώνησεν «Τσογλάνια ρεζιλεύετε τό στράτευμα...» και αμέσως έδωσε τήν διαταγήν τής εισόδου.
Το άρμα εκινήθη μετά δυνάμεως, συνεκλόνισε τήν πύλην, κατέστρεψε τούς μαρμάρινους κίονας τής εισόδου, συνέτριψε και κατέρριψε τήν εξώθυραν και ακολούθως κυριολεκτικώς ισοπέδωσε τό προεκτεθέν αυτοκίνητον, εισελθόν εις βάθος δέκα (10) περίπου μέτρων εντός τού προαυλίου τού Πολυτεχνείου. Δημοσιογράφος επί ενός τών κιόνων ευρισκόμενος κατεκρημνίσθη μετ' αυτού εις το έδαφος τραυματισθείς ελαφρώς, νεαρός σπουδαστής επί τών κιγλιδωμάτων τής πύλης ιστάμενος εκτινάσσεται άγνωστον πού, ενώ σιδηρούν αντικείμενον συνθλίβει τούς πόδας νεαράς σπουδαστρίας.
Και εις το αγωνιώδες ερώτημα περί τού αν συνεθλίβησαν ή ετραυματίσθησαν άνθρωποι εκ τής εισόδου τού άρματος διάφορα και αντίθετα προέκυψαν εκ της ερεύνης στοιχεία. Οι παριστάμενοι τότε επικεφαλής τών δυνάμεων, στρατιωτικών και αστυνομικών, αρνητικήν, μετά κατηγορηματικότητος μάλιστα, δίδουν εις το ερώτημα τούτο απάντησιν, έτερος όμως αυτόπτης, δημοσιογράφος αυτός, καταθέτει τα εξής. «Προσποιούμενος τόν αδιάφορον ρώτησα έναν αστυνομικόν, τί έγινε; Πατήσαμε πολλούς; Μου απήντησε, δεν βαριέσει μόνον δύο - τρεις αλήτες».
Και εις έτερον σημείον τής καταθέσεως του ο δημοσιογράφος προσθέτει. «Καθώς προχωρούσα σαστισμένος, λίγο έλειψε να σκοντάψω πάνω σε ένα σώμα που ήταν πεσμένο δίπλα από την Μερσεντές. Δύο μέτρα πιο πέρα ήταν πεσμένος άλλος ένας φοιτητής». Αι τελευταίοι αύται καταθέσεις έχουν βεβαίως υπέρ αυτών τήν λογικότητα τών πραγμάτων, όταν ληφθή υπ' όψιν ότι το άρμα εκινήθη αιφνιδίως και μετά δυνάμεως, καθ' όν χρόνον συνεχίζοντα αι διαπραγματεύσεις και πλήθος σπουδαστών ευρίσκοντο επί τών κιγκλιδωμάτων ή όπισθεν αυτών και εν επαφή σχεδόν προς την πύλην. Παραμένει, όμως, μόνον λίαν πιθανή και ανεπιβεβαίωτος.
Η έξοδος...
Ομάς Αξιωματικών και άνδρες τής δυνάμεως καταδρομών ακολουθούντες τό άρμα εισέρχονται εις το Πολυτεχνείον πυροβολούντες. Έντρομοι και εμβρόντητοι οι σπουδασταί κυριεύονται από την ενώπιον τού εσχάτου κινδύνου φοβεράν αγωνίαν. Και άρχεται ακολούθως η έξοδος...
Οι εγγύς τής κατακρημνησθείσης πύλης ευρισκόμενοι εξέρχονται πρώτοι. Οι περισσότεροι, όμως, πηδούν εκ των παραθύρων και των κιγκλιδωμάτων. Υπό την πίεσιν πλήθουςανθρώπων καταρρίπτεται τμήμα τών προς την οδόν Στουρνάρα κιγκλιδωμάτων. Και διά τού δημιουργηθέντος ανοίγματος εξέρχονται οι σπουδασταί κατά μάζας. Κατευθύνονται προς όλα τα σημεία, απομακρυνόμενοι. Νέον, όμως, δι' αυτούς αρχίζει μαρτύριον. Ύβρεις κατ' αυτών εκτοξεύονται και καταδιωκόμενοι βαναύσως κακοποιούνται. Πολλοί εκ των κατωτέρων Αστυνομικών Υπαλλήλων, ως ετονίσθη ήδη, είχον απολέσει τήν ψυχραιμίαν των. Εις μάτην οι Αρχηγός και Διευθυντής τής Αστυνομίας διατάσσουν να μη προβαίνουν εις βιαίας εκδηλώσεις κατά τών εξερχόμενων.
Πολλοί Αξιωματικοί και στρατιώται παρεμβαίνουν προς προστασίαν τών φοιτητών. Και υπήρξε πηγαία και βαθεία η ευγνωμοσύνη πολλών εξ αυτών προς τους αγνώστους σωτήρας των, ως εις τας καταθέσεις των τούς αποκαλούν με συγκίνησιν. Καθ' ότι έμπροσθεν μεν τής πύλης τού Πολυτεχνείου δημιουργείται διάδρομος υπό των στρατιωτών μέσω τού οποίου διέρχονται οι εξερχόμενοι, κατευθυνόμενοι προς την οδόν Τοσίτσα, εντός δε του Πολυτεχνείου βοηθούν, προστατεύουν και εις τους ώμους των πολλούς εκ τών αδυνάτων κρατούν, διά να δυνηθούν ούτοι να υπερπηδήσουν τό υψηλόν κιγκλίδωμα.
Και τω όντι, επεισόδια μεταξύ στρατιωτικών και αστυνομικών λαμβάνουν χώραν εν τη προσπαθεία τών πρώτων να προστατεύσουν τούς φοιτητάς από το διωκτικόν μένος τών άλλων. Απομακρυνόμενοι, όμως, του Πολυτεχνείου αγωνιώδεις τούς αναμένουν εκπλήξεις. Από παντού τούς καταδιώκουν και τους κτυπούν. Εις την γωνίαν τών οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας, άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή τούς κτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ' αυτών, ενώ εις την ταράτσαν ενός τών αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον.
Εις την συμβολήν τών οδών Πατησίων και Στουρνάρα άνδρες εν πολιτική περιβολή, κραδαίνοντες ρόπαλα, εξήλθον από ομάδα αυτόθι ευρισκομένων αστυνομικών και εκακοποίησαν σεβάσμιον καθηγητήν Πανεπιστημίου, την σύζυγόν του και νεαρόν σπουδαστήν, διότι εξήρχοντο τού Πολυτεχνείου, ένθα ο Καθηγητής ‐ Ιατρός και η σύζυγός του είχον μεταβή προς εκπλήρωσιν τού ανθρωπιστικού και ιατρικού των καθήκοντος. Και οι ροπαλοφόροι ούτοι ήσαν άνδρες τής ΕΣΑ εν πολιτική περιβολή (οράτε καταθέσεις τού τότε Διευθυντού τής Αστυνομίας περί τού ρόλου τών ανδρών τής ΕΣΑ γενικώτερον κατά τα επεισόδια τής επταετίας και ειδικώτερον εις το Πολυτεχνείον).
Εις τας ταράτσας τών γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί υπό τού ιδίου τού Διευθυντού τής Αστυνομίας να επιτελούν τό φονικόν έργον των, ενώ ομάδες ανεύθυνων και ανωνύμων «τραμπούκων» και επικινδύνων τρωκτικών τής γαλήνης και τού τόπου εκδηλώνουν τό εγκληματικόν μένος των κατά τών ατυχών σπουδαστών που κατά μάζας εξέρχονται τού Πολυτεχνείου. Και εις το πανδαιμόνιον τούτο τής εξόδου, των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους τών τραυματιών [βλ. τέλος, Η αυθεντική* ιστορία, ο θλιβερός επίλογος... Νεκροί και τραυματίες, φθορές και καταστροφές, καταλογισμός ευθυνών...].
* Κανένας ίσως απ’ όσους βρέθηκαν τότε εκεί, απ’ όσους ύστερα αποπειράθηκαν να περιγράψουν ιστορικώς ή λογοτεχνικώς το γεγονός, δεν τό προσέγγισε με τήν αντικειμενικότητα, τις πολιτικές, τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις, τη σαφήνεια, το ύφος τής περιγραφής τού νεαρού τότε Εισαγγελέως Δημητρίου Τσεβά στο ιστορικό πόρισμά του. Όταν το διαβάζεις αγνοείς πως είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, η γλώσσα ρέει σαν τού Παπαδιαμάντη… (οι υπογραμμίσεις, με πλάγια στοιχεία, δικές του, βλ. και "Εισαγωγή» στο Πολυτεχνείο...).