Την 15ην Νοεμβρίου 1973, ημέραν Πέμπτην, η συγκέντρωσις λαμβάνει αμιγώς πολιτικόν χαρακτήρα.
Πλήθη λαού κατέρχονται προς το Πολυτεχνείον, ογκούνται αι εκτός αυτού συγκεντρώσεις και αυξάνονται γεωμετρικώς οι εντός αυτού εισερχόμενοι σπουδασταί, αλλά και εργάται. Μαχητικά, αναρχικά και αριστερά στοιχεία επηρεάζουν προς στιγμήν τα διά τού Ραδιοφωνικού Σταθμού και των μεγαφώνων ριπτόμενα συνθήματα, ενώ πράκτορες τής ΚΥΠ, της ΕΣΑ και άλλων μυστικών υπηρεσιών νοθεύουν τήν καθαρότητα τών φοιτητικών συνθημάτων διά τής διαδόσεως αναρχικών και ανατρεπτικών τοιούτων, όπως «ΚΚΕ, κάτω το κράτος, λαοκρατία, ζήτω η σεξουαλική επανάστασις» κ.ά. (κακότεχνος προβοκάτσια κατά Σιφναίον και Δασκαλόπουλον) και προσπαθούν να εξωθήσουν και παρασύρουν τούς σπουδαστάς εις παντοίας πράξεις βίας και δολιοφθορών.
Και οι σπουδασταί αμύνονται προς πάσαν κατεύθυσιν. Επαναφέρουν τόν Ραδιοφωνικό Σταθμό εις την ορθήν αντιδικτατορικήν θέσιν του, απαλείφουν αναρχικά και εξτρεμιστικά συνθήματα, αποκαλύπτουν και εκδιώκουν εκ τού Πολυτεχνείου τούς πράκτορας, τοποθετούν φρουράς εις άπαντα τα εργαστήρια και χώρους οργάνων προς διαφύλαξίν των έναντι πάσης φθοράς ή ζημίας, οργανώνουν επιμελώς την αυτόθι παραμονήν των διά τού ορισμού ειδικών επιτροπών κατά τομείς, επιμελούμενοι και αυτής τής καθαριότητος, καταστρέφουν όμως από συμφώνου οι ίδιοι το γραφείον τού Κυβερνητικού Επιτρόπου και καλούν τόν λαόν εις συμπαράστασιν και εξέγερσιν (καταθέσεις απάντων τών καθηγητών τού Πολυτεχνείου και Ιατρίδη).
Εκτός τού Πολυτεχνείου η κατάστασις εμφανίζεται περισσότερον έκρυθμος, διότι η ευρύτης τών χώρων και η εντεύθεν ελευθερία κινήσεων διευκολύνει τάς μαζικάς συγκεντρώσεις και μαχητικάς εκδηλώσεις εις διάφορα σημεία τού κέντρου τής πόλεως. Κινήσεις διαδηλωτών, συγκεντρώσεις και μικροσυμπλοκαί με αστυνομικούς, διανομή προκηρύξεων, επικόλλησις ή και αναγραφή συνθημάτων εις αυτοκίνητα, μεταφοραί τροφίμων και φαρμάκων εις τους εντός του Πολυτεχνείου, μεμονωμένα περιστατικά προπηλακισμού εις βάρος αστυνομικών και στρατιωτικών και διακοπή τής έμπροσθεν τού Πολυτεχνείου κυκλοφορίας κατά τας εσπερινάς ώρας, είναι τά κύρια χαρακτηριστικά τής ημέρας ταύτης.
Από πλευράς υπευθύνων συνεχίζετο, περιέργως, η απραξία και εφεκτικότης. Πραγματοποιείται συνάντησις τού Υπουργού Παιδείας μετά τού Πρωθυπουργού και αμφοτέρων ακολούθως μετά τού τότε Προέδρου τής Δημοκρατίας, παρισταμένου και του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. Ο Πρόεδρος τής Δημοκρατίας, καθ' ά υπό τού Παναγιώτου Σιφναίου κατατίθεται, εξεδηλώθη αντίθετος προς πάσαν επέμβασιν εις το Πολυτεχνείον, συμφωνών εν τούτω με την απόφασιν τής Συγκλήτου. Και εις την γενομένην προς αυτόν παρατήρησιν περί κινδύνου προκλήσεως μεγάλων καταστροφών απήντησεν. «Ας τα σπάσουν. Ας κάψουν και το Πολυτεχνείον. Έχομε λεπτά δια να τά ξαναφτιάξωμεν. Ας κατεβούν και στους δρόμους. Ας σπάσουν τις βιτρίνες...». Επεδίωκε προφανώς, επιλέγει ο αυτός πάντοτε τότε Υπουργός Παιδείας, πολιτικά οφέλη.
Ποία και πώς όμως; Ιδού τό ερώτημα! [βλ. Η αυθεντική* ιστορία, ημέρα τρίτη...].
* Κανένας ίσως απ’ όσους βρέθηκαν τότε εκεί, απ’ όσους ύστερα αποπειράθηκαν να περιγράψουν ιστορικώς ή λογοτεχνικώς το γεγονός, δεν τό προσέγγισε με τήν αντικειμενικότητα, τις πολιτικές, τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές παρατηρήσεις, τη σαφήνεια, το ύφος τής περιγραφής τού νεαρού τότε Εισαγγελέως Δημητρίου Τσεβά στο ιστορικό πόρισμά του. Όταν το διαβάζεις αγνοείς πως είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, η γλώσσα ρέει σαν τού Παπαδιαμάντη… (οι υπογραμμίσεις, με πλάγια στοιχεία, δικές του, βλ. και "Εισαγωγή» στο Πολυτεχνείο...).