Κατά τ’ άλλα, γεννήθηκε στην Τρίπολη...

Σαν σήμερα το 1896. Δεν μπορεί βέβαια επ' ουδενί να ενταχθεί στις «χαρμόσυνες» εκδηλώσεις τού Δήμου για τα «200 Χρόνια μετά την Επανάσταση». Θα μπορούσε ωστόσο ο Δήμαρχος να ξεκλέψει μια μέρα για τα «125 χρόνια από τη γέννηση τού Καρυωτάκη», στην Τρίπολη... 

Παράλληλα με τη μνήμη του, «θάψαμε» και την προτομή του! Πού να βρίσκεται άραγε; Όσο για το «περίφημο» σπίτι που γεννήθηκε, αραχνιάζει ως ...επίτιμη Γραμματεία τού Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Η αδελφοποίηση τού Δήμου Τρίπολη με τον Δήμο Πρέβεζας, με «αφορμή» τον Καρυωτάκη, έμεινε στα χαρτιά. Οι δυο σημαδιακές πόλεις τής ζωής τού ιδανικού αυτόχειρος θα μπορούσαν δυο φορές το χρόνο (στη γέννηση και στον θάνατό του) από κοινού να κάνουν κάτι. Η Πρέβεζα, που θα είχε «εύλογη» πρόφαση να τόν αγνοεί, αποκατέστησε τή «σχέση» της με τον Καρυωτάκη και κάθε χρόνο διοργανώνει εκδηλώσεις (λόγου και τέχνης) προς τιμήν και στη μνήμη του. Τελευταία, «Ο πεσιμισμός είναι ανθρωπισμός...».

Ο ποιητής, ως γνωστόν, «φτάνοντας στο μαύρο αδιέξοδο», άφησε τά επίγεια με τον τρόπο του στις 21 Ιουλίου 1928 στην Πρέβεζα. Από το τελευταίο του ποίημα, η πρώτη στροφή και ένας ακόμα στίχος (ακολουθεί η «Κάθαρσις»):

Ὅταν κατέβουμε τή σκάλα τί θά ποῦμε | στούς ἴσκιους πού θά μᾶς ὑποδεχτοῦνε | αὐστηροί, γνώριμοι, ἀόριστοι φίλοι | μ’ ἕνα χαμόγελο στ’ ἀνύπαρκτά τους χείλη; | … | Τουλάχιστον δωπέρα εἴμαστε μόνοι…

Ἡ πνοή πού θά σᾶς σαρώσει…

Βέβαια. Ἔπρεπε νά σκύψω μπροστά στόν ἕνα καί χαϊδεύοντας ἡδονικά τό μαῦρο σεβιότ, πάφ, πάφ, πάφ, πάφ. «Έχετε λίγη σκόνη», νά εἴπω, «κύριε Ἄλφα».

Ὕστερα ἔπρεπε νά περιμένω στή γωνιά και ὅταν ἀντίκριζα τήν κοιλιά τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ θά ’χα ἐπί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τά αἰσθήματα καί τό σφυγμό της, νά σκύψω ἄλλη μία φορά καί νά ψιθυρίσω ἐμπιστευτικά. «Ὤχ, αὐτός ὁ Ἄλφα, κύριε Βήτα…».

Ἔπρεπε πίσω ἀπό τά γυαλιά τοῦ Γάμμα, νά καραδοκῶ τήν ἱλαρή ματιά του. Ἄν μου τήν ἐχάριζε, νά ξεδιπλώσω τό καλύτερο χαμόγελό μου καί νά τή δεχθῶ ὅπως σέ μανδύα ἰππότου ἕνα βασιλικό βρέφος. Ἄν ὅμως ἀργοῦσε, νά σκύψω γιά τρίτη φορά γεμάτος συντριβή καί ν’ ἀρθρώσω. «Δοῦλος σας, κύριέ μου».

Ἀλλά πρῶτα - πρῶτα ἔπρεπε νά μείνω στή σπεῖρα τοῦ Δέλτα. Ἐκεῖ ἡ λῃστεία γινόταν ὑπό λαμπρούς, διεθνεῖς οἰωνούς, μέσα σέ πολυτελῆ γραφεῖα. Στήν ἀρχή δέν θά ὑπῆρχα. Κρυμμένος πίσω ἀπό τόν κοντόπαχο τμημα­τάρχη μου, θά ὀσφραινόμουν. Θά εἶχα τρόπους λεπτούς, ἀέρινους. Θά ἐμάθαινα τή συνθηματική τους γλῶσσα. Ἡ ψαῦσις τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τῆς χωρίστρας θά ἐσήμαινε «πεντακόσιες χιλιάδες». Ἕνα ἐπίμονο τίναγμα τῆς στάχτης τοῦ πούρου θά ἔλεγε «σύμφωνος». Θά ἐκέρδιζα τήν ἐμπιστοσύνη ὅλων. Καί, μία μέρα, ἀκουμπώντας στό κρύσταλλο τοῦ τραπεζιοῦ μου, θά ἔγραφα ἐγώ τήν ἀπάντηση. «Ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός μας, κύριε Εἰσαγγελεῦ…».

Ἔπρεπε νά σκύψω, νά σκύψω, νά σκύψω. Τόσο πού ἡ μύτη μου νά ἑνωθεῖ μέ τή φτέρνα μου. Ἔτσι βολικά κουλου­ριασμένος, νά κυλῶ καί νά φθάσω. Κανάγιες!

Τό ψωμί τῆς ἐξορίας μέ τρέφει. Κουροῦνες χτυποῦν τά τζάμια τῆς κάμαράς μου. Καί σέ βασανισμένα στήθη χωρικῶν βλέπω νά δυναμώνει ἡ πνοή πού θά σᾶς σαρώσει.

Σήμερα ἐπῆρα τά κλειδιά κι ἀνέβηκα στό ἑνετικό φρούριο. Ἐπέρασα τρεῖς πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, μέ ριγμένες ἐπάλξεις. Ὅταν βρέθηκα μέσα στόν ἐσωτερικό, τρίτο κύκλο, ἔχασα τά ἴχνη σας. Κοιτάζοντας ἀπό τίς πολεμίστριες, χαμηλά, τή θάλασσα, τήν πεδιάδα, τά βουνά, ἔνιωθα τόν ἑαυτό μου ἀσφαλῆ.

Ἐμπῆκα σ’ ἐρειπωμένους στρατῶνες, σέ κρύπτες ὅπου εἶχαν φυτρώσει συκιές καί ροδιές. Ἐφώναζα στήν ἐρημία. Ἐπερπάτησα ὁλόκληρες ὧρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Ἀγκάθια κι ἀέρας δυνατός κολλοῦσαν στά ροῦχα μου. Μέ ἧβρε ἡ νύχτα…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Κάθαρσις
30 Οκτωβρίου 2021
Επεξεργασία