Μια ιστορία που ματαιώνεται...

Σαν σήμερα 21 Οκτωβρίου τού 1918 και μέχρι τις 28 τού μηνός πραγμα­τοποιείται στην Αθήνα το πρώτο αντιπροσωπευτικό συνέδριο εργατών που έγινε στην Ελλάδα.

Συμμετείχαν 214 σωματεία με 180 αντιπροσώπους που αντιπροσώπευαν 65.000 οργανωμένους εργάτες. Πρόκειται για το ιδρυτικό συνέδριο τής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, της ΓΣΕΕ και η σημερινή ημέρα θεωρείται ως επέτειος τής ιδρύσεώς της.

Η ΓΣΣΕ υπήρξε ευθεία συνέχεια και διάδοχος τής Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας, της Φεντερασιόν, που είχε ιδρυθεί από το 1909 στη Θεσσαλονίκη και τής οποίας τα μέλη και τα στελέχη άφησαν τή σφραγίδα της σε κάθε οργανωτική προσπάθεια τής εργαζόμενης τάξης και της σοσιαλιστικής ιδέας στην Ελλάδα. Το κύρος και η εμπειρία τους έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην ίδρυση τού Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης (1917) και στη "διπλή γέννα», τής ΓΣΕΕ και του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος - ΣΕΚΕ (1918), του μετέ­πειτα Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος - ΚΚΕ (1924). Η πρώτη Εκτελεστική Επιτροπή τής ΓΣΣΕ απαρτίστηκε από τον πρωτεργάτη τής Φεντερασιόν, τον Αβραάμ Μπεναρόγια και τούς Ε. Ευαγγέλου, Ηλ. Δελαζάνο και Ε. Μαχαίρα.

Οι επίγονοι του κόκκινου Αβραάμ...

Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας - ΓΣΕΕ όπως και η Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων - ΑΔΕΔΥ είναι απαιτητές παράμετροι τής ελληνικής κοινωνικής ιστορίας. Με τα θετικά και τα αρνητικά τους. Κυρίως τα αρνητικά, από τις αρχές τής δεκαετίας τού '80, με αποκορύφωμα τα χρόνια τής μνημονιακής κρίσης. Η απόφαση τής ΓΣΕΕ (με ψήφους τών ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ) τής 1ης Ιουλίου εν όψει του δημοψηφίσματος τής 5ης Ιουλίου τού 2015, το οποίο και κατήγγειλε ως «διχαστικό», είναι χαρακτηριστική. Όχι ότι έπρεπε να πάρει θέση υπέρ τής τότε κυβέρνησης που το διεξήγαγε. Ή κατ' ανάγκην υπέρ τής «εξόδου τής χώρας από το ευρώ». Αλλά για την υπο­νοούμενη και υποβαλλόμενη «ευρωαστική συνειδητοποίηση» τών μελών της και το ύφος της. «Ως τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση τών εργαζομένων τού ιδιωτικού τομέα, στέλνουμε ξεκάθαρο μήνυμα και προς κάθε κατεύθυνση. Η ευρωπαϊκή πορεία τής πατρίδας μας είναι αδιαπραγμάτευτη. Λέμε ναι...

Η ελληνική κοινωνία, όπως η πλειονότητα στον κόσμο, είναι ανισότιμη, δηλαδή ταξική, δεν υπάρχει λόγος να διστάζουμε μπροστά στον ιστορικό αυτόν όρο. Το αστικό σύνταγμά μας επιχειρεί και τα καταφέρνει με διατάξεις «καθολικού χαρακτήρα» (εκλογές και τα λοιπά) να αποκρύπτει τήν κοινωνική ανισότητα. Η επιβληθείσα τώρα με αφορμή και εν μέσω πανδημίας, από την κυβέρνηση και το κόμμα τής άρχουσας τάξης, νέα «εργατική νομοθεσία» αποκαλύπτει άθελά της, πέρα από τις ταξικές, τις συνταγματικές ανισότητες που διακρίνουν τούς έχοντες και κατέχοντες (μεταξύ τών άλλων και την ισχύ τού Δικαίου) από τους παραγωγούς τού όποιου πλούτου τής χώρας. Θα περίμενε λοιπόν κανείς οι κοινωνικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι τών τελευταίων να αντιδράσουν ακαριαία στην απροκάλυπτη επίθεση τών πρώτων, επίθεση άλλωστε που επιχειρείται εδώ και χρόνια. Και όμως η ιστορική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, μια και γι' αυτήν γίνεται σήμερα λόγος, είναι ανύπαρκτη!

Το ιστορικό χρέος τής αριστεράς...

Η αρκούντως δικαιολογημένη από χρόνια δημιουργία παράλληλου «πανεργατικού αγωνιστικού μετώπου», ίσως κατά τήν πρακτική ευρωπαϊκών αριστερών και κομμουνιστικών πολιτικών σχηματισμών (βλ. Γαλλία), μπορεί να απέδωσε οργανωτικά, αλλά καμία ένδειξη δεν υπάρχει ότι ωφέλησε έως τώρα και αποτελεσματικά τους έλληνες εργαζόμενους. Αντίθετα, έχει εγκαθιδρυθεί μια άτυπη δυαρχία και ένας οδυνηρός κατακερματισμός. Με ποιόν είμαστε; Με τη συναινετική ΓΣΕΕ ή με το αγωνιστικό ΠΑΜΕ...

Η οργάνωση, οι αγώνες και οι προσδοκίες τών εργαζομένων και τών αποκλεισμένων στην Ελλάδα είναι από τον καιρό τού κόκκινου Αβραάμ ιστορία συνυφασμένη με την αριστερά. Και ο συνδικαλισμός, για να είναι αποτελεσματικός, απαιτεί, πέρα από οργανωτικές τακτικές, πολιτικό σχεδιασμό και ενιαία καθοδήγηση. Είναι άλλο η συγκυριακή, «οικονομικίστικη» διεκδίκηση (μισθοί, συνθήκες εργασίας και τα λοιπά) και άλλο η ευρεία οικο­νομική πάλη τών εργαζομένων (για να θυμηθούμε και τον Λένιν, όταν χρειάζεται...). Αυτό που επιχειρεί σήμερα η κυβέρνηση είναι να ελαττώσει την τιμή τής εργαζόμενης τάξης. Η αξία της να παραμένει η ίδια, αλλά μεγάλο μέρος της να μην αμείβεται πλήρως. Επιχειρεί δηλαδή να αποπολιτικοποιήσει εντελώς (με τον «ηλεκτρονικό συνδικαλισμό» που επιβάλλει...) τον κοινωνικό χαρακτήρα τών εργατικών διεκδικήσεων.

Οι εργαζόμενοι χωρίς πολιτική καθοδήγηση δύσκολα μπορούν να φέρουν σε πέρας ακόμη και τις συγκυριακές διεκδικήσεις, πόσο μάλλον τη μακροχρόνια πολιτικοοικονομική πάλη και ιδιαίτερα τώρα, μέσα στις πρωτό­γνωρες συνθήκες που ζούμε. Το καθήκον αυτό, εννοείται τής ιδεολογικής και πολιτικής καθοδήγησης και όχι «διοίκησης» και χειραγώγησης τής εργαζόμενης τάξης, ιστορικά και εκ των πραγμάτων ανήκει στους πολιτικούς σχηματισμούς τής αριστεράς...

ΤΡ.
21 Οκτωβρίου 2021
Επεξεργασία