Γιατί τόσοι άνθρωποι αντιπαθούν τόν πρωθυπουργό προσωπικά;
Είναι τίτλος άρθρου στην «Καθημερινή» τού Νίκου Μαραντζίδη, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Δεν ξέρουμε ποιός ήταν ο βαθύτερος σκοπός του (και της εφημερίδας...). Πρόκειται για μια απέλπιδα προσπάθεια να αποκατασταθεί η πληγείσα δημόσια εικόνα τού πρωθυπουργού, που τόσο κόπο και τόσα εκατομμύρια ευρώ είχε στοιχίσει στους επικοινωνιολόγους τού Μαξίμου; Αν το καταφέρνει κρίνετε εσείς, από το μισό τού άρθρου που αναδημοσιεύουμε (το άλλο μισό, η «αποκατάσταση», παρέλκει)...
ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για πολιτική αντιπάθεια, ούτε για απόρριψη με βάση ηγετικά χαρακτηριστικά. Αυτό συνέβαινε πάντοτε. Όλοι οι ηγέτες είχαν τούς οπαδούς τους και τους ορκισμένους εχθρούς τους. Πρόκειται για εκδηλώσεις συναισθημάτων που επιτίθενται στο ίδιο το πρόσωπο τού πολιτικού, στο ύφος και την αισθητική του.
Και αυτά πάντοτε υπήρχαν. Το φαινόμενο όμως πήρε διαστάσεις τελευταίως και συζητήθηκε δημόσια λόγω τού έντονου «αθυρόστομου» χαρακτήρα τών συνθημάτων που εκφέρονται εναντίον τού Μητσοτάκη και δικαίως θεωρούνται απαράδεκτα. Ασυνήθιστο, αναμφίβολα, για τα πολιτικά ήθη τής χώρας. Έως πρόσφατα, ακόμη και οι πιο σκληρές αποδοκιμασίες εναντίον τών πολιτικών, δεν στόχευαν στα πρόσωπα αυτά καθαυτά. Ακόμη και οι κρεμάλες τών αγανακτισμένων ή το διαβόητο σύνθημα «Να καεί, να καεί… η Βουλή» είχαν πολιτική στόχευση, δεν αφορούσαν κάποιον προσωπικά.
Μερικοί αποδίδουν τό φαινόμενο στη δυναμική τών μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που μεταδίδουν έναν επιθετικό και γεμάτο φανατισμό και εμπάθεια λόγο. Άλλοι το ερμηνεύουν ως εκδήλωση οργής φανατικών ανθρώπων, που δεν αισθάνονται πως ακούγεται η φωνή τους από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, τα οποία «λιβανίζουν» τήν κυβέρνηση. Τέλος, πολλοί θεωρούν υπεύθυνη τής οργής την ασφυξία που προκάλεσε, κυρίως στους νέους, η πανδημία.
Δεν παραγνωρίζω τή σημασία τών παραπάνω παραγόντων. Όμως, ίσως υπάρχει μια πιο βαθιά, ταξικού χαρακτήρα αιτία, που συνδέεται με το πώς προσλαμβάνεται τό κοινωνικό προφίλ τού πρωθυπουργού από ένα σημαντικό τμήμα τής κοινωνίας, κυρίως από τους πιο «καθημερινούς» ανθρώπους.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρώτος έλληνας πρωθυπουργός τόσο έκδηλα εκφραστής τών αξιών, του τρόπου ζωής και της αισθητικής μιας παγκοσμιοποιημένης φιλελεύθερης ελίτ. Πολιτικός κληρονόμος, με περιουσία πολύ πάνω από τον μέσο όρο και σπουδές, ο ίδιος και η οικογένεια του, σε ιδιωτικά σχολεία και σε ελίτ αμερικανικά πανεπιστήμια, συνιστά έναν σύγχρονο πρίγκιπα. Προβάλλει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό ύφος, που παραπέμπει στο «γκλάμουρ» ισχυρών και διεθνώς προβεβλημένων πολιτικών οικογενειών.
Σε σχέση με προηγούμενα χρόνια η διαφορά είναι εμφανής, καθώς οι πολιτικές ηγεσίες τής μεταπολίτευσης, δεξιές και αριστερές, παρέπεμπαν περισσότερο σε μια εθνική και όχι υπερεθνική ελίτ...