3η Σεπτεμβρίου 1843, στην Αθήνα. Ο βασιλιάς Όθωνας αναγκάζεται να «επιτρέψει» τή μετάβαση τής ελληνικής Πολιτείας από την απόλυτη στη συνταγματική μοναρχία...
Ουσιαστικά, επρόκειτο για το αποτέλεσμα μιας «συνωμοσίας» τριών - τεσσάρων ανθρώπων και «κομμάτων». Του Ανδρέα Μεταξά από το «Ρωσικό Κόμμα», του Ανδρέα Λόντου από το «Αγγλικό Κόμμα» και του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη από το «Γαλλικό Κόμμα». Αργότερα μυήθηκαν και στρατιωτικοί, μεταξύ τών οποίων και ο συνταγματάρχης του ιππικού Δημήτριος Καλλέργης.
Συνεπώς, το Σύνταγμα που πρόκυψε δεν ήταν αποτέλεσμα μιας κυρίαρχης λαϊκής ή εθνικής συντακτικής συνέλευσης. Η τής Γ΄ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική τών Ελλήνων Συνέλευσις απλώς συνέπραξε στην κατάρτισή του και το ψήφισε την 18η Μαρτίου 1844. Για τον λόγο αυτόν χαρακτηρίσθηκε ως «Σύνταγμα - Συμβόλαιο», «Σύνταγμα - Συνθήκη» ή «Σύνταγμα - Συνάλλαγμα». Ένα Σύνταγμα δηλαδή που παραχωρήθηκε... Ο Όθωνας άνοιξε το παράθυρο. "Βασιλεύ, θέλουμε Σύνταγμα», τού είπε ο έφιππος Καλλέργης. «Το έχετε...", απάντησε ο Όθωνας*.
Το Σύνταγμα τού 1844 καθιέρωνε άλλωστε την κληρονομική «συνταγματική μοναρχία», με σχεδόν μόνο, κυρίαρχο όργανο τού Κράτους τον μονάρχη, στον οποίο αναγνωρίζονταν εκτεταμένες και ουσιώδεις εξουσίες, καθώς και το τεκμήριο τής αρμοδιότητας. Καθιέρωνε μια μορφή διάκρισης εξουσιών, αλλά ο «ανώτατος άρχων» ασκούσε όλες τις εξουσίες. Τη νομοθετική εξουσία από κοινού με την εκλεγμένη Βουλή και τη διορισμένη Γερουσία, την εκτελεστική «διά των υπουργών του» και τη δικαστική, που «πήγαζε» από εκείνον, «διά τών δικαστηρίων».
Το Σύνταγμα τού 1844 αναγνώριζε ωστόσο θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, μεταξύ τών οποίων για πρώτη φορά το απόρρητο τών επιστολών και το άσυλο τής κατοικίας, ενώ προέβλεπε στο ακροτελεύτιο άρθρο 107 ότι «η τήρησις τού παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν τών Ελλήνων».
Δεν επρόκειτο λοιπόν για το «τέλειο» σύνταγμα, ούτε επιβεβλημένο από μια γενική λαϊκή εξέγερση ή απαίτηση και συμμετοχή. Αλλά το γεγονός από το οποίο «πήγασε», γνωστό και ως «Επανάστασις τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843», είναι σταθμός, αν όχι αφετηρία κάθε αναφοράς και συζήτησης γύρω από τα ελληνικά συντάγματα και υπ' αυτή την έννοια η 3η Σεπτεμβρίου 1843 έχει σημειωθεί στο ιστορικό ημερολόγιο. Μια «παραμελημένη» ιστορική ημερομηνία, την οποία υπενθυμίζει η ομώνυμη κεντρική οδός τών Αθηνών και συχνά με πιο «έμπρακτο» τρόπο η πλατεία Συντάγματος τής Πρωτεύουσας...
Την ιστορική αυτή ημερομηνία, πολιτική επέτειο πρώτης σημασίας ως οφείλαμε να τη θυμόμαστε, «θυμήθηκε» και επέλεξε το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου, για να ενορχηστρώσει με τα «μέσα» τής εποχής και να παρουσιάσει στον ελληνικό λαό την Ιδρυτική Διακήρυξη τής 3ης τού Σεπτέμβρη τού Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος.
Έκτοτε, η ιστορική και «καθαρεύουσα» 3η Σεπτεμβρίου μετετράπη στην επίκαιρη και δημοτικολαϊκή Τρεις τού Σεπτέμβρη. Να περνάς... Δεν είχε αυτή στο μυαλό του ο Μάνος Ελευθερίου, όταν τήν έκανε στίχο το 1979 και ο Ηλίας Ανδριόπουλος τραγούδι στα «Γράμματα στον Μακρυγιάννη», αλλά ...πού να εξηγούν! Τη μακρυγιαννική ευφυΐα τού Ανδρέα Παπανδρέου...
Τώρα, για έπαινο ή για ψόγο τό λέμε αυτό, εξαρτάται τί ξέρει και τί πιστεύει κανείς για τον Μακρυγιάννη*...
* Ο Βασίλης Ραφαηλίδης πάντως πιστεύει το εξής. «Σού σηκώνεται η τρίχα, όταν αναλογίζεσαι πως ο Μακρυγιάννης δεν ανακηρύχτηκε μόνο σε εθνικό ήρωα, αλλά και σε πρότυπο εθνικού ήθους και συμπεριφοράς...». Και σε άλλο σημείο, τής Ιστορίας (κωμικοτραγικής) τού νεοελληνικού κράτους. «Όλοι και κυρίως ο Μακρυγιάννης ήξεραν πως το Σύνταγμα παρέχει περισσότερες ευκαιρίες για λοβιτούρες, γι' αυτό και μόνο τον λόγο ζητούσαν σώνει και καλά Σύνταγμα...».