Η ιστορία τής σχέσης μαρξιστών και Νίτσε, που πέθανε σαν σήμερα 25 Αυγούστου τού 1900, χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και παράδοξα. Οι μαρξιστές ανέκαθεν γοητεύονταν από την επιδραστική ισχύ τής προδρομικής κριτικής τού «αντιπάλου» Νίτσε κατά τού κόσμου που αντιμάχονταν.
Ο Νίτσε γνωρίζει ισχυρή διάδοση στους κύκλους τής ανατρεπτικής σκέψης κατά την επαναστατική περίοδο που ακολουθεί το 1917. Κατά πάσα πιθανότητα, ο Λένιν και
ο Γκράμσι τόν «διαβάζουν».
Πρόκειται ίσως για «ανάγνωση» που κατατάσσει τή «θέληση τής δύναμης» στην πλευρά τής εξέγερσης. To Σοβιέτ τού Μονάχου το 1919, κατά τον Χομπσμπάουμ, υπήρξε «εστία» ευρείας και εις βάθος ανάγνωσης τών έργων τού γερμανού Φιλοσόφου.
Mετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γκεόργκι Λούκατς υιοθέτησε για πρώτη φορά μεταξύ τών μαρξιστών διανοουμένων τήν άποψη περί «ιδιοποίησης» τής νιτσεϊκής φιλοσοφίας από τον ναζισμό και υποστήριξε με εξαιρετική βιαιότητα τη θέση περί «πρωτοφασισμού» τού Νίτσε.
Ο Φρήντριχ Νίτσε ωστόσο υπήρξε και παραμένει sui generis Φιλόσοφος. Αν γοήτευσε και γοητεύει με τη σκέψη του τούς κομμουνιστές και τους αριστερούς, αυτό οφείλεται στην προφητική και βίαιη κριτική του κατά τού αστικού κόσμου και τού ευρωχριστιανικού κόσμου.