Ήταν πρωί τ' Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή (σαν σήμερα 22 τ' Αυγούστου τού 1922) / ... / σκότωσαν οι δικοί μας το γελαστό παιδί...
Το γελαστό παιδί τού Μίκη Θεοδωράκη, σε στίχους τού ιρλανδού ποιητή Μπρένταν Μπίαν, δεν ήταν ελληνόπουλο. Και δεν το σκότωσαν οι εχθροί του, αλλά οι δικοί του (οι «εχθροί» είναι προσαρμογή στην ελληνική πραγματικότητα).
Είναι ο Μάικλ Κόλινς, πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης τού Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού - IRA, ο φλογερός επαναστάτης και πρωτεργάτης τού αγώνα τής ιρλανδικής ανεξαρτησίας.
Όταν όλοι σχεδόν οι ηγέτες τού ιρλανδικού αγώνα είχαν συλληφθεί, μετά την Εξέγερση τού Πάσχα το 1916, ανάμεσά τους και το ηγετικό στέλεχος Έιμαν ντε Βαλέρα, ο Κόλινς, που διέφυγε τότε τη σύλληψη, κράτησε ζωντανή τη φλόγα τής ανεξαρτησίας, οργάνωσε την απελευθέρωση τού ντε Βαλέρα και συνέχισε ανιδιοτελώς τον αγώνα. Με εντολή τού ντε Βαλέρα το 1921, ηγήθηκε τής ιρλανδικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις με τους Άγγλους που κατέληξαν στην υπογραφή τής συνθήκης τού Λονδίνου και την ίδρυση τού ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους.
Και γι' αυτό δολοφονήθηκε... Σε ενέδρα, από συντρόφους του, που αντιδρούσαν στην «ειρηνευτική» συνθήκη, κατά τη διάρκεια τού ιρλανδικού Εμφυλίου, που ξέσπασε αμέσως ύστερα (είναι η μοίρα τών επαναστάσεων όπου γής και χρόνου...). Μεταξύ τών αντιδρώντων, αν και δεν ενέκρινε τή δολοφονία τού Κόλινς (για την οποία αργότερα «απολογήθηκε"), ήταν και ο ντε Βαλέρα, μετέπειτα πρωθυπουργός και πρόεδρος τής Ιρλανδικής Δημοκρατίας.
Ο Μάικλ Κόλινς, το γελαστό παιδί, ήταν τριάντα δύο χρονών όταν τον σκότωσαν οι δικοί του...