Που τον σκότωσαν σαν σήμερα, τα ξημερώματα τής 19ης Αυγούστου τού 1936, οι φαλαγγίτες τού Φράνκο. Ήταν τριάντα οκτώ χρονών...
Στα μέσα τού 1927 η λογοτεχνική Μαδρίτη υποκλινόταν μπροστά σ’ έναν άγνωστο νεαρό δραματουργό και σ' ένα πρωτόλειο έργο. Το έργο ήταν η Mariana Pineda και μιλούσε για μια ιστορική μορφή, μια γυναίκα που οι φασίστες την κρέμασαν στην πόρτα τού σπιτιού της, γιατί παρά τις προσπάθειές τους να τήν καλοπιάσουν και να τήν εξαγοράσουν, εκείνη δεν ενέδωσε.
Εν αντιθέσει προς την ηρωΐδα του, ο φλογερός δημιουργός τού έργου πίστευε ότι η τέχνη του, η ποίηση, θα απέτρεπε κάθε εναντίον του κακό. «Είμαι ποιητής και κανείς δεν πυροβολεί τούς ποιητές» είναι μια από τις διάσημες φράσεις του...
Στην πραγματικότητα, ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα είχε λιγότερο από δέκα χρόνια ζωής. Εκείνο το χάραμα τού 1936 οι φασίστες τού Φράνκο τόν σκότωναν κάπου κοντά στην Γρανάδα.
Η αξία τού Λόρκα, δηλαδή η διαρκής επικαιρότητά του, είναι πως δεν υπήρξε μόνο μια πολυσχιδής μορφή τών γραμμάτων (ποιητής, δραματουργός, καλλιτέχνης, με ζωγραφικές και μουσικές επιδόσεις), αλλά ότι δεν εκχώρησε στιγμή (παρά το πλούσιο ταλέντο του, που κάθε σύστημα θα ενδιαφερόταν να εξαγοράσει) την ιδιότητα τού πολίτη. Την ιδιότητα τού ανθρώπου που δεν μπορεί να ξεχνά (ούτε χάριν ενός υψηλού, αλλά μη πολιτικού αισθητισμού) τις κραυγές όσων δοκιμάζονται. Και επιλέγει γι’ αυτό να γίνει η φωνή τους.
Η ματιά (και άρα η «έγγραφη φωνή") τού Λόρκα δεν «περιπατεί απαλά» σε «ρομαντικά ηλιοβασιλέματα», αλλά χαρακώνεται από τη σκληράδα τής ζωής. Από τον Romancero Gitano ακόμα (που τού έδωσε μια πρώιμη φήμη το 1927), ο Λόρκα μιλά για τον πολιτισμό τών τσιγγάνων και ένα πρωταρχικό σκοτάδι, που θα επαναλαμβάνεται στα έργα του, Ματωμένος Γάμος, το Σπίτι τής Μπερνάρντα Άλμπα, Θρήνος για τον θάνατο τού Σάντες Μεχίας... Σκοτάδι που ανατρέπει τις «χαρούμενες φιέστες» και γίνεται γνήσιο φως, αφού τρέπεται σε σύμβολο δύναμης τής φύσης, που μπορεί κάθε στιγμή να εγερθεί, για να λάβει την «εκδίκησή» της.
Ο Λόρκα, στη σύντομη ζωή του, με το σπάνιο ταλέντο του, στάθηκε απέναντι στη «δομημένη εκκλησία» (ρωμαιοκαθολικισμό), στην ομοφοβία (να μην ξεχνάμε ως τί προσπάθησαν να παρουσιάσουν την «αιτία» τού θανάτου του οι φασίστες...), στον σεξισμό, δίχως ν’ αποφεύγει αντιφάσεις ή φοβίες, αλλά και δίχως να πισωγυρίζει από το στενό μονοπάτι που είχε χαράξει να διαβεί.
Ο συμβολισμός τού θανάτου του υπήρξε ισχυρός, σε χώρες με αντιφασιστικά κινήματα και σε εποχές που ο κόσμος δεν μπέρδευε τον δημιουργό καλλιτέχνη με τον αγοραίο διασκεδαστή. Ο Τόμας Μαν, λίγα χρόνια μετά τη δολοφονία τού Λόρκα, προσπαθώντας να εξηγήσει το «είδος τού ανθρώπου (τού γερμανού συμπατριώτη του) που έκλαιγε όταν άκουγε Μπαχ, αλλά γελούσε όταν σκότωνε παιδιά», μίλησε για την πλάνη όσων θεωρούν πως το βιοτικό επίπεδο και η κουλτούρα αρκούν, για να γίνουν οι άνθρωποι πιο άνθρωποι. Δεν αρκούν, δίχως πολιτική συνείδηση, ήταν το συμπέρασμα τού Μαν.
Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα έζησε και πέθανε μπροστά σ’ αυτόν τον καθρέφτη, ξέροντας πως η φωνή του δεν μπορεί παρά ν’ ανήκει στους δίχως φωνή κατατρεγμένους όλου τού κόσμου...