Οι αγώνες τών εργαζομένων στην Ελλάδα και οι κατακτήσεις τους για καλύτερες συνθήκες δουλειάς και ζωής υπήρξαν πάντοτε στόχος τού «αστικού» κατεστημένου (από το πολιτικό κόμματα που το εκπροσωπούν, τις κυβερνήσεις του, την οικονομική ελίτ και τον ΣΕΒ ίσαμε, σήμερα, την φιλοκυβερνητική μηντιακή προπαγάνδα).
Τί να πρωτοθυμηθούμε; Τον προδιδακτορικό υπουργό Εργασίας τής ΕΡΕ Δημητράτο, τον μεταδιδακτορικό τής Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Λάσκαρη, που κατάργησε ...την πάλη τών τάξεων; Ωχριούν ωστόσο μπροστά στο σημερινό δεξιό υπουργό «Εργασίας» Κωστή Χατζηδάκη, που αφ' ενός εν έτει 2021 μετατρέπει τήν Ελλάδα σε «εργασιακή γαλέρα» (τίτλος άρθρου τής Efsyn.gr, απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε παρακάτω) και αφ' ετέρου «καταργεί» εκ νέου την πάλη τών τάξεων, «ποινικοποιώντας τήν απεργία» (τίτλος άρθρου τού Tvxs.gr, απόσπασμα τού οποίου ακολουθεί)...
Ο Κωστής Χατζηδάκης «ορίζει το τέλος της ταλαιπωρίας τών πολιτών από τις παράνομες απεργίες». Και «το τέλος» επίσης «της ομηρίας τών πολιτών στη συνδικαλιστική αυθαιρεσία». Η διάταξη που πρόσθεσε ο υπουργός στο νομοσχέδιο για τα εργασιακά, που κατατέθηκε στην Βουλή, δείχει απλά και κυνικά ότι πρόκειται για τον ορισμό τής ποινικοποίησης τής απεργίας.
«Προβλέπει» ότι τόσο οι συνδικαλιστές που πραγματοποιούν καταλήψεις, αποκλεισμούς, ή ασκούν βία, εμποδίζοντας τούς εργαζόμενους που δεν συμμετέχουν στην απεργία να εργαστούν, όσο και η συνδικαλιστική τους οργάνωση, θα έχουν αστική ευθύνη! Η ευθύνη δεν βαραίνει το σύνολο τών μελών τού διοικητικού συμβουλίου, αλλά εκείνους που προβαίνουν σε αυτές τις πράξεις, ενώ προβλέπεται καταβολή αποζημίωσης...
Στην Efsyn.gr διαβάζουμε. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η ηγεσία τού υπουργείου Εργασίας ξεπέρασαν τους εαυτούς τους. Αν και μάς ήταν πολύ καλά γνωστή η νεοφιλελεύθερη εμμονή τους με το κόστος εργασίας και την «ενοχλητική» δράση τών συνδικάτων, δεν περιμέναμε ότι, εν μέσω πανδημίας, πριν η κοινωνία, η οικονομία και οι εργαζόμενοι προλάβουν να συνέλθουν από το ισχυρό σοκ που προκάλεσαν ο κορονοϊός και η πολύμηνη καραντίνα, θα φέρουν προς ψήφιση το χειρότερο και πιο αντεργατικό νομοθέτημα από τη δεκαετία τού 1980. Καμιά από τις λίγες θετικές, εκ πρώτης όψεως, διατάξεις του δεν μπορεί να κρύψει τήν πολιτική και κοινωνική ουσία τού νομοθετήματος, που δικαίως αποκαλείται «έκτρωμα». Η ουσία του λοιπόν έγκειται στη δραματική αποδυνάμωση τών εργαζομένων απέναντι στους εργοδότες τους, με τρεις τουλάχιστον τρόπους.
Πρώτον, με τη μείωση τού μισθολογικού κόστους, τόσο με την κουτοπόνηρη κατάργηση τού οκτάωρου, στο όνομα της ατομικής διευθέτησης το'υ χρόνου εργασίας, όσο και με τη δραστική μείωση τού κόστους τών υπερωριών. Δεύτερον, με την περαιτέρω αποδυνάμωση τών συλλογικών συμβάσεων, που μόλις τώρα αρχίζουν να βγαίνουν από τον πολύχρονο μνημονιακό «γύψο». Τρίτον, με τον πρωτοφανή ακρωτηριασμό τής συνδικαλιστικής νομοθεσίας, έπειτα από σχεδόν 40 χρόνια που έμεινε σε ισχύ ως κορυφαία δημοκρατική κατάκτηση τής μεταπολεμικής περιόδου. Με την πολλαπλή επίθεση στο δικαίωμα τής απεργίας, στα συνδικάτα, στους ίδιους τους συνδικαλιστές και με την προστασία τού «δικαιώματος τής απεργοσπασίας».
Αυτό είναι το «αναπτυξιακό» όραμα τής κυβέρνησης Μητσοτάκη. Φτηνή εργασία, φοβισμένοι εργαζόμενοι, υπάκουοι «κωπηλάτες» τής «παραγωγικής γαλέρας»...