Από τήν ἐκκλησιά, ὁ Ἐπιτάφιος τράβηξε πρώτα πλάγια... Ἀπό μπροστά μας ὅταν διάβαινε, ἔψελνε ἡ χορωδία τά ἐγκώμια, μαθήτριες μέ ἐπιπόλαιες φωνές, παρόμοιες μέ τόν γραφικό τους χαρακτῆρα, βαδίζοντας στό ψευτοκουρασμένο βῆμα τῶν στρατιωτῶν, ἐκεῖνο μέ τό λύγισμα τό ἀδιόρατο, μέ ἐφ' ὅπλου λόγχη, ὡραῖοι καί σκοτεινοί, τραβοῦσαν φορτωμένοι νιάτα καί ἔξαψη, θαρρεῖς ἀπό τό πρόσφατο μαστίγωμά τους, κοιτάζοντας λοξά τά πεζοδρόμια, δίπλα τούς κατά στοῖχο οἱ μαθήτριες, μαύρη ποδιά ἀτλαζένια τσιτωτή, ἄσπρο γιακά, κι ἕνα πανέρι ροδοπέταλα στό στῆθος, θαρρεῖς γιά ν' ἀκουμπᾶνε τά λαχταριστά βυζιά, πού τά πήγαιναν προσφορά σ' αὐτόν πού εἶχε πεθάνει, «τετρωμένος ὥσπερ πελεκάν», καί παραμέσα οἱ παπάδες, ὅλο στόλισμα, κρατώντας ἀδιόρατες μαβιές γιρλάντες, σέ ἀνταπόκριση μέ τούς πρασινοσκούφηδες, ὅπου ἀποκάτω ψέλναν ἀφηρημένα οἱ μαθήτριες, αὐτά βέβαια οἱ βολεμένοι τῆς ἀγάπης δέν τά βλέπουνε, καί ὕστερα τό ρεῦμα μέ τά πλήθη, μέ ἀνάμενα τά κεριά, κι ὅλοι οἱ γνωστοί κι οἱ συγγενεῖς, κι οἱ δάσκαλοι πού εἴχαμε κατά καιρούς, μετάρσιοι, ὡραιότατοι, μέ τό κεφάλι τους πού ἔχει σβήσει πιά, γερμένο πρός τά πίσω κάπως, παραδομένοι στά ἐγκώμια, παρόλο πού 'ναι ἔξω ἀπ' τά ἐγκόσμια, νά ρέουν σάν βουβό ποτάμι, καί μυρωδιές ἀνάμικτες, ἀρβύλες καί χακί, χειμερινό ἀκόμα, παστωμένο μέ ὀσμές, μέ μοσχολίβανα λεπταίσθητα, φερμένα ἀπό πολιτεῖες τῆς μοναξιᾶς, ἀρώματα τῶν γυναικῶν, βιολέτες καί ἀκακίες τῆς πλατείας ὁλάνθιστες, τσαμπιά - τσαμπιά, καί νά 'χεις καί τόν ὑπαξιωματικό νά καίει ὁλόκληρος καί νά μοσχοβολᾶ, χωρίς ὡστόσο νά 'χει αἴσθηση τῆς λάμψης του, καί εὐτυχῶς, γιατί ἄν τά 'νοιωθε αὐτά, θά ἦταν πρό πολλού ἀνάρπαστος, στόν Ἐπιτάφιο νά λάμπει μοναχός, πίσω ἀπό τόν Χριστό καί τίς μαθήτριες, κι ἐκεῖνες σάν τόν ἔβλεπαν μοναχικό καί μάθαιναν τήν ἱστορία του, πολύ θά θέλαν νά προσφέρανε σ' αὐτόν...
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ο λογοτέχνης διηγηματογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927 - 1985, Ἡ σαρκοφάγος, Τό δικό μας αἷμα, Πολλαπλά κατάγματα, Καταπακτή, Ἡ πρωτεύουσα τῶν προσφύγων...) είχε υπηρετήσει ως εκπαιδευτικός στο Καστρί τής Κυνουρίας (Δημοτικά τραγούδια τῆς Κυνουρίας, 1965). Έγραψε τά 13 πεζογραφήματα τού Ἐπιτάφιου Θρήνου το 1980 στην Αθήνα (εκδόθηκε από τον «Κέδρο"), αλλά θα μπορούσε να είχε γράψει τό ομώνυμο πεζογράφημα (το παραπάνω απόσπασμα) σε μια επαρχιακή πόλη σαν την Τρίπολη. Είναι ένα γραφτό του που αγαπήθηκε και διαβάστηκε. Μαρτυρεί τό ύφος, το ήθος και την εξέλιξη τής γραφής τού Γιώργου Ιωάννου, που έφυγε νωρίς.