Τό σῶμα μου στές ἡδονές θά δώσω /... / στές ἀπολαύσεις τές ὀνειρεμένες / ...στές λάγνες τοῦ αἵματός μου ὁρμές, χωρίς / κανέναν φόβο, γιατί ὅταν θέλω / καί θά ἔχω θέλησι, δυναμωμένος / ὡς θά ’μαι, μέ θεωρία καί μελέτη / στίς κρίσιμες στιγμές θά ξαναβρίσκω / τό πνεῦμα σάν πρίν ἀσκητικό... (ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ).
Όσοι εύκολα και χαιρέκακα απέδωσαν τό αδιαμφισβήτητα καθολικό ενδιαφέρον για την καβαφική ποίηση στην προσωπική του ζωή, ακούγονται σήμερα τουλάχιστον φαιδροί. Όσοι τον είπαν τέκνο τής αστικής παρακμής (από την πλευρά μας, της αριστεράς...), στο τέλος αναγκάστηκαν να παραδεχτούν τήν κοινωνική διάσταση τής Τέχνης του. Όσοι τον είδαν επηρεασμένον από τον Φρόυντ, έμειναν με τις επιπόλαιες ψυχαναλυτικές θεωρίες τους. Επειδή εκείνος επανέφερε και αναβάπτισε τήν ποιητική Τέχνη στις αδήριτες βιολογικές ρίζες της.
Ενενήντα τόσα χρόνια από τον θάνατό του, ο Καβάφης παραμένει ζωντανός. Η ποίησή του αποτελεί αντικείμενο μελέτης σε ξένα πανεπιστήμια. Προβάλλεται, δυσανάλογα προς το μέγεθος τής μικρής, περιφερειακής λογοτεχνίας μας, στις προθήκες τών ξένων βιβλιοπωλείων. Από την Αγγλία ίσαμε τις ΗΠΑ και την Αργεντινή και από το Γιοχάνεσμπουργκ ίσαμε το Τόκυο. Αν εξαιρέσουμε ...τη Μελίνα και το συρτάκι, η καβαφική ποίηση είναι η σημαντικότερη ελληνική συμβολή στην πνευματική λειτουργία τού σύγχρονου κόσμου. Και τα Νόμπελ; Δίπλα του ο Σεφέρης και ο Ελύτης μοιάζουν με κισσούς γύρω απ’ το δέντρο, αποφαίνεται (αφοριστικά, ίσως άδικα, για τους δύο σημαντικούς ποιητές μας, αλλά χαρακτηριστικά) ένας ποιητής τών ημερών μας*.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε σαν σήμερα 29 Απριλίου τού 1863 στην Αλεξάνδρεια τής Αιγύπτου, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του. Και ως θαυμαστή ακολουθία τής ζωής και του θανάτου, πέθανε εκεί σαν σήμερα 29 Απριλίου τού 1933. Ένας μεγάλος, όχι Έλληνας, Ελληνικός κατά δήλωσή του, που δημιούργησε στές ἐκτεταμένες ἐπικράτειες, μέ τήν ποικίλη δράση στοχαστικῶν προσαρμογῶν...
* Ντίνος Χριστιανόπουλος, Περιοδικό Χάρτης, Τεύχος 5/6,1983.