Πάσχα στο βουνό και στη στάνη...

Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιά χαμηλώσου ὀλίγο  /  καί δῶσ' μου τές φτεροῦγες σου καί πάρε με μαζί σου  /  πάρε με ἀπάνου στά βουνά, τί θά με φάῃ ὁ κάμπος!

Ίσως να μην τόν θυμόμαστε, αν δεν τό 'φερνε η συζήτηση, για το πού θα κάνουμε Πάσχα. Πού θα κάνουμε Πάσχα για δεύτερη χρονιά! Για όσους βέβαια αυτό έχει κάποια αξία και αν όπως πάμε δεν αποτελέσει αντικεί­μενο τής ελληνικής Ηθογραφίας...

Ο Κώστας Κρυστάλλης, πού πέθανε σαν σήμερα το 1894, γεννήθηκε στο Συρράκο τής Ηπείρου το 1868. Γνήσιος δημιουργός, γράφει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, δεν έγραψε έναν στίχο, μια σελίδα χωρίς να καταθέσει τήν ψυχή του. Και τα έμμετρα και τα πεζά του και αυτά ακόμα που στην αρχή έγραψε στην απλή και ανεπιτήδευτη καθαρεύουσα, όλα μαρτυρούν ότι ο Κώστας Κρυστάλλης έβλεπε και αισθανόταν βαθιά, ειλικρινά και ανθρώπινα τόν άνθρωπο, ειδικότερα αυτόν τής υπαίθρου χώρας.

Με τον Κρυστάλλη η ελληνική ποίηση, που ώς τότε ήταν «ρομαντική", επιτηδευμένη και κλαυθμυρίζουσα, βρήκε μια νέα έκφραση, γνήσια και εύρωστη, αγροτολαϊκή. Ζωντάνεψε τόν κόσμο τού χωριού, του βουνού και τού δάσους. Ήταν μια σημαντική στιγμή και στροφή τής ελληνικής ποίησης στη ντόπια παράδοση, με το μέτρο τού δημοτικού τραγουδιού, τον λαϊκό δεκαπεντασύλλαβο.

Η ποίηση τού Κώστα Κρυστάλλη αγαπήθηκε από τον λαϊκό και αγροτικό κόσμο, σε αλλοτινούς βέβαια καιρούς, όπως αγαπήθηκε και ο ίδιος «ο ποιητής τού βουνού και της στάνης». Στη σχέση αυτή συνετέλεσαν και οι δραματικές συνθήκες υπό από τις οποίες έζησε. Πέθανε άλλωστε νεότατος, μόλις είκοσι έξι χρονών.

Μόνος, αβοήθητος, χωρίς εφόδια, χτυπημένος από τη φυματίωση, βρέθηκε εξόριστος, διωγμένος από τη σκλα­βω­μένη ακόμα στους Τούρκους πατρίδα του, στην Αθήνα. Εργάστηκε ως τυπογράφος, συντάκτης σε περιοδικό, για λίγο χρόνο βρέθηκε και στην Πελοπόννησο υπάλληλος στους σιδηροδρόμους της. Παρά τις δυσκολίες και τις αντι­ξοότητες τού βίου του, έγραψε μέσα σε μια πενταετία τόσα, όσα άλλοι χρειάστηκαν μια ολόκληρη ζωή...

ΤΡ.
22 Απριλίου 2021
Επεξεργασία