Επειδή τα «200 Χρόνια μετά την Επανάσταση», έτσι και αλλιώς (με την Γιάννα και τον κορονοϊό...), δεν πρόκειται να μάς προσφέρουν κάτι ουσιαστικό για το '21, οι επέτειοι που σχετίζονται μ' εκείνη την ιστορική χρονολογία είναι ευκαιρίες να προσεγγίσουμε με πιο παραγωγικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις που έπαιξαν διακριτό ρόλο σε μια σημαντικότατη για τον τόπο μας ιστορική περίοδο.
Σαν σήμερα, 11 Φεβρουαρίου τού 1776, γεννιέται στην ενετοκρατούμενη Κέρκυρα ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος Κυβερνήτης τής επαναστατημένης Ελλάδας, μεταξύ τού 1828 και τού 1831. Αμφιλεγόμενες κρίσεις για την πολιτική του και το εθνικό άγος τής στυγερής δολοφονίας του δεν έχουν επιτρέψει έως σήμερα μια εις βάθος και ψύχραιμη προσέγγιση τής προσωπικότητάς του. Δεν φιλοδοξούμε να τό κατορθώσουμε εδώ, αλλά να προκαλέσουμε τουλάχιστον το ενδιαφέρον...
Η εκπαίδευση και η εμπειρία τού Ιωάννη Καποδίστρια είναι χαρακτηριστικά στοιχεία τής προσωπικότητάς του. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο τής Πάδοβας, το οποίο λειτουργούσε ως το εθνικό πανεπιστήμιο τής Βενετίας. Από το 1794 έως το 1797, σπούδασε εκεί ιατρική και φιλοσοφία, μελετώντας μεταξύ άλλων το έργο τού Locke. Οι ιδέες τού άγγλου φιλοσόφου και ιατρού επηρέασαν τις αντιλήψεις τού Καποδίστρια σχετικά με τη σημασία τής φυσικής και ψυχικής αγωγής, τής άσκησης ως μέσου αυτοέκφρασης, τής διάπλασης χαρακτήρα με βάση την αρετή και τη σοφία και μια ευρεία αντίληψη για τις τέχνες και τις επιστήμες.
Η εμπειρία...
Ο Καποδίστριας επέστρεψε στην Κέρκυρα το 1797, για να βρει τήν πόλη του και τα νησιά τού Ιονίου υπό γαλλική κατοχή. Τα επόμενα δύο χρόνια άσκησε τήν ιατρική, συνήθως χωρίς να απαιτεί αμοιβή από τους ασθενείς τών φτωχότερων τάξεων. Μετά την αποχώρηση τών Γάλλων το 1799 και την αυτοδιοίκηση τής Επτανήσου Πολιτείας υπό την αιγίδα τής Ρωσίας και της Τουρκίας, ο Καποδίστριας διορίστηκε επικεφαλής ιατρός στο στρατιωτικό νοσοκομείο τής Κέρκυρας. Η πρώτη του πολιτική αποστολή ήλθε το 1801, όταν ταξίδεψε στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, για να εξηγήσει το νέο δημοκρατικό σύνταγμα στους ταραγμένους νησιώτες.
Με τη δεύτερη κατοχή τών Ιονίων Νήσων από τους Γάλλους, η αντιπάθεια του απέναντί τους τον οδήγησε στην αποχώρηση από το νοσοκομείο. Τον Μάιο τού 1808 δέχτηκε ρωσική πρόσκληση και μία θέση στο Υπουργείο τών Εξωτερικών τής μεγάλης Ρωσίας. Κύριο κίνητρό του ήταν η ελπίδα να βρίσκεται σε θέση ώστε να ωθήσει τούς Ρώσους να βοηθήσουν τις απελευθερωτικές προσπάθειες τής Ελλάδας.
Τον Νοέμβριο τού 1813 ο τσάρος έστειλε τόν Καποδίστρια στην Ελβετία, με σκοπό «να αποκαταστήσει τούς Ελβετούς στον σωστό ρόλο τους στο ευρωπαϊκό σύστημα» και να περιορίσει τήν «επαναστατική μετάδοση» στη χώρα. Ο Καποδίστριας συνέβαλε στην κατάρτιση νέου ελβετικού συντάγματος (προς τιμή του οι Ελβετοί έχουν αναγείρει ανδριάντα του στη Ζυρίχη). Εκτός από τις πολιτικές του δραστηριότητες και πριν επιστρέψει στη Ρωσία, ο Καποδίστριας παρατήρησε πειραματικά σχολεία στην Ελβετία, από τα οποία και εξήγαγε τήν ιδέα ότι η εκπαίδευση ήταν ένα ζήτημα πρακτικής, θεωρητικής και ηθικής κατάρτισης και ανάπτυξης.
Έχοντας φέρει εις πέρας με επιτυχία πολλές διεθνείς υποθέσεις, τον Νοέμβριο τού 1815 εκλήθη από τον τσάρο να συμμετάσχει στη ρωσική αντιπροσωπεία τού Συνεδρίου τής Βιέννης, που άρχιζε τον ίδιο μήνα. Στο ιστορικό αυτό συνέδριο έκανε εξαιρετική εντύπωση, συντάσσοντας από κοινού με τον γενικό γραμματέα πολλά από τα επίσημα έγγραφα. Πριν φύγει από τη Βιέννη, ο Καποδίστριας βρήκε χρόνο να εργαστεί για ένα νέο σύνταγμα τών Ιονίων Νήσων, που επρόκειτο να τεθούν υπό βρετανική προστασία.
Η επιλογή...
Σ' ένα υπόμνημα τού Νοεμβρίου τού 1815, ο Καποδίστριας εξέθεσε τις σκέψεις του σχετικά με τον χαρακτήρα τής συνταγματικής διακυβέρνησης. Ότι πρέπει να τήν διακρίνει δημοκρατική πρακτική, ισότητα και σεβασμός στην εκπαίδευση και τον νόμο. Είναι φανερό ότι οι μετέπειτα «δικτατορικές πρακτικές» του δεν οφείλονταν στις πεποιθήσεις του, αλλά στην «εφαρμογή» τους στην ελληνική συγκυρία. Τον Ιανουάριο τού 1816 επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη και το καλοκαίρι τού 1822 υπέβαλε τήν παραίτησή του, όταν ο τσάρος Αλέξανδρος δεν αποδέχθηκε τή σύστασή του να κηρύξει η Ρωσία πόλεμο στην Τουρκία και να υποστηρίξει τήν ελληνική ανεξαρτησία.
Εγκαταστάθηκε στην Ελβετία. Τα επόμενα πέντε χρόνια Έλληνες εκπρόσωποι, καθώς και μέλη τής προσωρινής κυβέρνησης που είχε συγκροτηθεί μετά τη διακήρυξη τής ανεξαρτησίας, τον επισκέπτονταν στη Γενεύη, προκειμένου να λάβουν συμβουλές για το μέλλον τής Ελλάδας. Στις 30 Μαρτίου 1827, στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση τής Τροιζήνας, ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη Κυβερνήτης τής Ελλάδας με θητεία επτά ετών.
Δεκατέσσερις μήνες μετά την Εθνοσυνέλευση τής Τροιζήνας αφίχθη στο Ναύπλιο, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα τού ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με τον Κασομούλη, «ενύκτωσε και η νυξ τής 11ης Ιανουαρίου (18ης Ιανουαρίου 1828, με το νέο ημερολόγιο) απέρασεν με ευφροσύνη όλου τού λαού και μελαγχολίαν μόνον μερικών προκρίτων αριστοκρατών»...
Η διακυβέρνηση...
Αφήνοντας εκτός συζήτησης τόν ρόλο τών ξένων «προστάτιδων» δυνάμεων ή μια ταξική θεώρηση τών πραγμάτων, θα μπορούσε να πει κανείς πως κύριο χαρακτηριστικό τής περίπου τετραετούς διακυβέρνησης Καποδίστρια ήταν η σύγκρουση, η εσωτερική σύγκρουση. Αντιμετώπισε αντιπολίτευση από τους «παραδοσιακούς», τους πλοιοκτήτες και τις σημαντικές εμπορικές οικογένειες τών «τριών νήσων», από τους «ανεξάρτητους» Μανιάτες και Ρουμελιώτες. Ήρθε ωστόσο σε αντίθεση και με το «δημοκρατικό ρεύμα», που προέκυψε από την Επανάσταση.
Η σύγκρουση έφτασε σε κορύφωση όταν οι φοροϋπάλληλοι τής κυβέρνησης επεχείρησαν να εισπράξουν φόρους και οι «παραδοσιακοί» αρνήθηκαν, καθώς υποστήριξαν ότι δεν το έπρατταν ούτε υπό την οθωμανική κυριαρχία. Η οικογένεια Μαυρομιχάλη, αδιαμφισβήτητοι ηγέτες τών περήφανων πολεμιστών τής Μάνης, ηγήθηκε τής φορολογικής εξέγερσης. Με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στη φυλακή, η οικογένειά του αποφάσισε να τερματίσει τήν ηγεσία τού Καποδίστρια, πράγμα το οποίο επέτυχε όταν ο αδελφός τού Πετρόμπεη Κωνσταντίνος και ο γιος του Γεώργιος δολοφόνησαν τόν Κυβερνήτη το πρωί τής Κυριακής 9η Οκτωβρίου 1831 στο Ναύπλιο.
Οι «αντιφάσεις»...
Η ηγεσία τού Καποδίστρια αντιμετώπισε εμπόδια από την αρχή, καθώς προσπάθησε να εκσυγχρονίσει μια μεσαιωνική χώρα. Από τη στιγμή τής άφιξής του αντιμετώπισε «ζηλότυπους» διεκδικητές τής εξουσίας, που περίμεναν ειδικές εύνοιες από τον νέο κυβερνητικό ηγέτη και δεν έλαβαν καμία, αλλά την απάντηση ότι υπήρχε ανάγκη για ένα μετεπαναστατικό, σύγχρονο κράτος, κράτος που να έχει τάξη, πειθαρχία και οργάνωση, αγνοώντας ωστόσο το σύνταγμα, το οποίο χαρακτήρισε «ξυράφιον». Πολλοί τον είδαν ως «αυταρχική, μοναχική, λιτή φιγούρα»...
Από την άλλη πλευρά, είχε τήν αφοσίωση ενός μεγάλου τμήματος τού λαού, που τον είδε ως το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να βάλει τάξη στο χάος, καθώς ενεργούσε ειλικρινά, αποτελεσματικά και ορθολογικά... Ήταν μια άκαμπτη αναζήτηση τού απόλυτου πολιτικού ιδανικού. Ποτέ δεν πρόδωσε τις αρχές του, από την πρώτη έως την τελευταία. Ωστόσο πίστευε πεισματικά ότι τα κίνητρά του ήταν διάφανα και ότι οι ενέργειές του δεν μπορούσαν να είναι λάθος. Η τραγωδία του, που μετουσιώθηκε σε διαρκή τραγωδία τού τόπου, ήταν αυτή ενός αξιοπρεπούς, ικανότατου και ηθικού πολιτικού ανδρός, που αναδείχθηκε με την προσωπική αξία του, αλλά χάθηκε πρόωρα από έναν συνδυασμό χαρακτήρα και περιστάσεων...