Θα μάς ρουφήξει το λίπος! Από πού αντλεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης την «αισιοδοξία» με την οποία αντιμετωπίζει εδώ και δέκα μήνες την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα από την επέλαση τού κορονοϊού και τού κόμματός του; Μα σε μια επανεκκίνηση «από την αρχή
Αν στη «νέα αφετηρία» τής διακυβέρνησης Μητσοτάκη θα είμαστε «όλοι μαζί», είναι ένα ερώτημα, που ίσως δεν χρειάζεται απάντηση, αλλά ας το συζητήσουμε με το Tvxs.gr...
Aποτελεί ειλημμένη κυβερνητική απόφαση από τον Απρίλιο και μετά, βοηθούντος και τού εμβολιασμού, να ανοίξει η οικονομία, να γίνει η αποσύνδεση από τον (έτσι κι αλλιώς φειδωλό) κρατικό αναπνευστήρα και να αρχίσει η «επιχείρηση αισιοδοξίας». Σ’ αυτή την επιχείρηση η κυβέρνηση ποντάρει σε δύο παράγοντες.
Θεωρεί ότι υπάρχει «λίπος» στην κοινωνία και αυτό το στηρίζει στη συγκρατημένη πτώση τής κατανάλωσης στη διάρκεια τής πανδημίας (στο πρώτο δεκάμηνο ο όγκος των λιανικών πωλήσεων υποχώρησε μόνο κατά 2,8%). Ποντάρει επίσης στο «μαξιλάρι» τών καταθέσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, που το 2020 αυξήθηκαν κατά 17 δις και ευελπιστεί ότι το χρήμα αυτό θα πέσει αναδρομικά στην κατανάλωση και σε επενδύσεις.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, προειδοποιεί ότι οι μεγάλες νάρκες είναι η κρυφή ανεργία (που μέχρι τώρα καλύπτεται με τις αναστολές συμβάσεων) και το μη διαχειρίσιμο ιδιωτικό χρέος που δημιουργήθηκε στους μήνες τής πανδημίας. Για το Μαξίμου και το οικονομικό επιτελείο όμως τέτοια προτεραιότητα δεν υφίσταται. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν αποτελούν βασικούς παίκτες στα σχέδια της για την επόμενη μέρα.
Για την ακρίβεια, η βαριά εισοδηματική συμπίεση τών τελευταίων θεωρείται απλώς μέρος τών «έξυπνων εργαλείων" μείωσης τού κόστους στον ιδιωτικό τομέα και η πλειοψηφία τών μικρών επιχειρήσεων θεωρούνται απλώς «ζόμπι», όπως ορίζει και η ατζέντα Πισσαρίδη. Εξ ου και ο Χρήστος Σταϊκούρας απέκλεισε εκ προοιμίου οποιαδήποτε συνολική διαγραφή χρεών, εξ ου και ο Θεόδωρος Σκυλακάκης (και πάλι) προειδοποίησε ότι τα όποια εργαλεία τόνωσης και ανάκαμψης την επόμενη μέτρα δεν θα είναι οριζόντια, αλλά θα βασίζονται σε «εξατομικευμένες λύσεις».
Το σχέδιο αυτό παραπέμπει εμφανώς σε μια κοινωνία τών δύο τρίτων. Και δοθέντος τού ότι εδώ ξεκινά και το δεύτερο σκέλος τού κυβερνητικού σχεδιασμού, του πολιτικού και του πιθανού εκλογικού αιφνιδιασμού, εγείρεται ερώτημα για το πώς θα απορροφηθεί το πολιτικό κόστος. Ούτε επ’ αυτού ωστόσο διαφαίνεται, επί του παρόντος τουλάχιστον, κυβερνητική ανησυχία.
Στο Μαξίμου ποντάρουν στο γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία δεν διέρρηξε τη σχέση της με τις κοινωνικές ομάδες τών συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων που δεν επλήγησαν εισοδηματικά από την κρίση και επενδύουν στο αφήγημα τών ευρωπαϊκών δισεκατομμυρίων που θα αφιχθούν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Προφανώς πρόκειται για έναν σχεδιασμό με ρίσκα και αιρέσεις, πρόκειται όμως και για έναν σχεδιασμό συνεπή ως προς την επιβεβαιωμένη πια προτεραιότητα τής κυβέρνησης, το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή αντιμετωπίζει την κρίση ως ευκαιρία, είτε «μεταρρυθμιστική» είτε πολιτική.
«Το σχέδιο Μητσοτάκη δεν είναι να κάνει εκλογές, το σχέδιο Μητσοτάκη είναι να είναι έτοιμος ώστε, αν δει και μόλις δει τήν ευκαιρία, να πάει σε εκλογές», λέει έμπειρος δημοσκόπος. Μπορεί να ακούγεται κυνικό εν μέσω ύφεσης και πανδημίας, αλλά ισχύει…