Κωστής Παπαγιώργης, ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ 1 - ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ, Εισαγωγή Δημήτρης Καράμπελας, Επιλογή κειμένων Γιάννης Αστερής - Δημ. Καράμπελας, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, Μάιος 2020, Σελίδες 456, Τιμή 16,00 ευρώ.
Παράλληλα με τα καθαυτό δοκίμιά του και με το στοχαστικό, βιωματικό και παιγνιώδες ύφος του, ο Κωστής Παπαγιώργης (1947 - 2014) επισκόπησε για τέσσερις σχεδόν δεκαετίες (1975 - 2014), την εγχώρια πνευματική ζωή με κριτικά άρθρα και σημειώματα στον περιοδικό και ηλεκτρονικό τύπο. Ο εικονιζόμενος τόμος παρουσιάζει για πρώτη φορά μια εκτεταμένη επιλογή κειμένων του για την παλιότερη και σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
ΟΙ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ τού σημαντικότερου σύγχρονου δοκιμιογράφου μας είναι μια περιδιάβαση στο εργαστήριό του. Αντίθετα όμως με την τσιγκουνιά τών μαστόρων, που κρύβουν τα μυστικά τους, ο Παπαγιώργης αντιμετωπίζει το αντικείμενό του με γενναιοδωρία. Τα μικρά κριτικά σημειώματα του τόμου διαβάζονται με την απόλαυση και χαρά που προκαλεί πάντοτε η ανάγνωση του Παπαγιώργη.
Αυτός ο άνθρωπος είχε το άγγιγμα του Μίδα στο γράψιμο. Όσο και αν έγραφε, πάρα τη συχνότητα, παρά το γεγονός ότι έτσι βιοποριζόταν, δεν υπάρχει κείμενό του που να μην έχει την σφραγίδα τής μεγαλοφυΐας του στη γραφή. Με άλλα λόγια, τη μοναδική ικανότητά του να παράγει πρωτότυπες, ευφάνταστες μεταφορές με γενναιοδωρία που νομίζεις ότι απλώς «ανοίγει τη βρύση και τρέχει». Μεταφορές που σε βιβλίο ένας άλλου θα έκαναν έναν ποιητή «αξιοπρόσεκτο», ο Παπαγιώργης τις ρίχνει στα κείμενα που έγραφε κάθε μέρα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην υπάρχει σελίδα που να περνάει απαρατήρητη, που να μη σκέφτεσαι ότι διαβάζεις Παπαγιώργη.
Φράσεις όπως «υποψίες που περνούν απαρατήρητες όπως τα πρόβατα στη σπηλιά του Πολύφημου», «μέσα στη χύδην αφθονία τών κυνηγών με τις υπερσύγχρονες καραμπίνες, αυτός ο άνθρωπος θυμίζει τούς πουλολόγους με τις περίτεχνες παγιδούλες τους, ό,τι αξίζει δεν ακούγεται» ή «τα διάσημα διαβάσματα ισοδυναμούν με χρήση απαγορευμένων ουσιών, αρκεί ο συγγραφέας να μην πάει από υπερβολική δόση», ο δάνειος αισθητισμός πείθει όσο το χνοτισμένο τζάμι»... και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό.
Η δεύτερη αρετή αυτού του βιβλίου είναι πως οι κρίσεις του περιέχουν χρήσιμες συμβουλές για όσους γράφουν. Ο Παπαγιώργης δεν είναι αδιάφορος απέναντι στην ποιότητα, όπως η θεωρητική κριτική που θεωρεί ταμπού το ερώτημα αν τέλος πάντων αυτό είναι βιβλίο που διαβάζεται ή βιβλίο που δεν διαβάζεται «ούτε με ρετσινόλαδο», όπως λέει για τον Τερζάκη και τον Θεοτοκά. Και όμως, ποτέ δεν εξαντλούνται οι κρίσεις του σε απλές αξιολογήσεις, σε μια απλή βαθμολόγηση των έργων, που δεν εξηγεί γιατί ένα βιβλίο πέτυχε ή απέτυχε. Αντιθέτως, κάθε κριτική του περιέχει μια σκέψη για το πώς γράφει κανείς καλύτερα. Είναι «γράμμα σε έναν νέο πεζογράφο». Τί καλύτερο να ζητήσει ένας έντιμος συγγραφέας από μια κριτική που θα εντοπίζει αληθινά ελαττώματα και θα εξηγεί το πρόβλημα και τη λύση του;
Η κριτική συνήθως ασκείται ως εμπάθεια ή λιβάνισμα. Και οι δύο στάσεις είναι χρήσιμες για την καριέρα κριτικών και συγγραφέων, αλλά μηδενικού πνευματικού αποτελέσματος. Ο Παπαγιώργης εξηγεί τί θα έπρεπε να κάνει για να «επισκευάσει» το έργο του ο συγγραφέας, όπως ξέρει να λέει κάθε καλός μάστορας. Δεν χρειάζεται πολύ, λόγου χάρη, να καταλάβουμε ότι ο Γιώργος Χειμωνάς δεν τού πάει. Μιλά όμως με σεβασμό, φαίνεται να κατανοεί το συγγραφικό στοίχημα και εξηγεί πού εντοπίζει τα αδιέξοδά του. Αναρωτιέται κάπου αλλού ο Παπαγιώργης για τον Μουρσελά. «Καταλαβαίνω γιατί να διαβάσεις αυτό το βιβλίο, αλλά γιατί να τό ξαναδιαβάσεις;»...