Η σημερινή εικόνα της ΓΣΕΕ, με την αστυνομία να «περιφρουρεί» το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι μπροστά στο ξενοδοχείο που επιχειρεί να πραγματοποιήσει το 37ο Συνέδριό της, δεν τιμά κανέναν συνδικαλιστή, κανέναν σύνεδρο. Βλ. σχετική ανάρτηση του Τριπολίτη...
Αλλά και κανένας εργαζόμενος δεν αξίζει ένα συνδικάτο, στο οποίο οι διαφορές λύνονται με βρισιές και βία, όπως έγινε σε Καλαμάτα και Ρόδο. Άλλωστε, ποιός μπορεί να αντέξει συνδικάτα με σιδερόφρακτες πόρτες, καταλήψεις και διάλυση διαδικασιών σε ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα; Ποιός μπορεί να αντέξει προέδρους που υφίστανται προπηλακισμούς και δημόσιους εξευτελισμούς; Γιατί δεν ήταν μόνο ο Γιάννης Παναγόπουλος που ως πρόεδρος της ΓΣΕΕ υπέστη επίθεση σε απεργιακή συγκέντρωση. Έχει προηγηθεί, για τελείως διαφορετικούς λόγους, δολοφονική επίθεση κατά του Γιώργου Ραυτόπουλου, στα μέσα της δεκαετίας του '80, ή ο βαρύς τραυματισμός των Πολυζωγόπουλου και Ρομπόλη, ένα ανυποψίαστο βράδυ στα Εξάρχεια.
Η βία δεν βοήθησε τα συνδικάτα να αλλάξουν, να ανανεωθούν, να ριζοσπαστικοποιηθούν. Αντιθέτως, σε κάθε ακραία εσωτερική σύγκρουση, αυτοί που χάνουν δεν είναι οι συνδικαλιστές, αλλά ο συνδικαλισμός. Δεν πλήττεται η γραφειοκρατία, αλλά η συλλογική αυτονομία. Δεν κερδίζει ο ριζοσπαστισμός, αλλά ο εγωκεντρισμός ανθρώπων που έκαναν τον συνδικαλισμό βιοπορισμό.
Ενίοτε ο διάλογος και η σύνθεση αποτελούν την πιο επαναστατική και δύσκολη πράξη. Και η διέξοδος για την ανανέωση της ΓΣΕΕ, της συνδικαλιστικής ομπρέλας που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να συντονίζει τις δράσεις των συνδικάτων μελών της, είναι η συζήτηση, η ανάλυση, η αυτοκριτική, η σύνθεση και η ανανέωση.
Εκτός και αν δεν χρειάζεται πλέον μια ενιαία συνδικαλιστική τριτοβάθμια οργάνωση, αλλά τρεις ή τέσσερις, όπως σε Γαλλία και Βέλγιο. Ή αν χρειάζονται μόνο στιβαρές κλαδικές ομοσπονδίες, όπως στη Γερμανία. Αλλά και γι' αυτό χρειάζεται ένα προγραμματικό συνέδριο, ένα συνέδριο ανασυγκρότησης για να το αποφασίσει.
Κακά τα ψέματα, πίσω από την παρακμή της ΓΣΕΕ κρύβεται η ανικανότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος και των κομμάτων να αποδεχθούν την ανεξαρτησία των συνδικάτων. Κρύβεται η αδυναμία πολιτικών και συνδικαλιστών να αντιληφθούν τις αλλαγές στον κόσμο της εργασίας και να ανταποκριθούν στις ανάγκες αυτού του κόσμου για ένα νέο πλαίσιο κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Και αυτό έπειτα από μια περίοδο που τα μνημόνια σάρωσαν τα πάντα και, πριν απ' όλα, τα ίδια τα συνδικάτα.