Ο παππούς μου διηγούνταν. Τότε που είχε πάει μετανάστης στην Αμερική, στις αρχές του περασμένου αιώνα, στο Μπόστον καν στο Σικάγο, δεν θυμάμαι τώρα πού, πάνε πάνω από πενήντα χρόνια που έχει μεταναστεύσει οριστικά.
Νεοφερμένος, λέει, τον στείλανε οι παλιότεροι να ψωνίσει, χωρίς να σκεφτούν πως δεν μιλούσε γρι αμερικάνικα. Ή να τον στείλανε γι’ αυτό, αναρωτιόταν ακόμα, καθώς μου διηγούνταν την ιστορία...
Στο μπακάλικο, του είπανε, της γειτονιάς. Βγαίνει στο δρόμο, ψάχνει από 'δω, ψάχνει από 'κει, πουθενά μπακάλικο. Σε μια γωνία μια πόρτα που στριφoγυρίζει τον παίρνει μέσα. Ποιό μπακάλικο, εδώ βρίσκεται μπροστά σε πράματα και θάματα, που ούτε στον ύπνο του δεν είχε δεί στο χωριό.
Πηγαινοέρχεται χαμένος ψάχνοντας από πάγκο σε πάγκο, από ράφι σε ράφι, πού να θυμηθεί τί είχε να ψωνίσει. Οι πωλήτριες τον κοιτάνε και κρυφογελάνε. Γυρίζει απότομα και τους λέει σε άπταιστα γορτυνιακά:
- Τί γελάτε, μωρή;
Κάνουν μπράφ, μια πεταχτούλα μόνο, λέει, τρέχει σ’ ένα ράφι και του φέρνει χαμογελώντας ένα κουτί με τσάι. Γι’ αυτό τον είχανε στείλει. Να ψωνίσει ...tee!
* Για να σκάσει το χειλάκι μας κυριακάτικα, με όσα συμβαίνουν γύρω μας...