Ο Γιάννης ο φονιάς...

Βδομάδες τώρα, μετά την «εξιχνίαση» τού εγκλήματος στα Γλυκά Νερά και την επιχείρηση ωραιοποίησης ...τού Μπάμπη τού φονιά, είχαμε σκοπό να γράψουμε κάτι γι' αυτό, μάς παρέσυραν άλλα γεγονότα. Τυχαία σήμερα πήρε τό μάτι μας στο Facebook μια δημοσίευση (τής φίλης τού Τριπολίτη Καλλιόπης Λαμπράκη), τη μεταφέρουμε εδώ από την πηγή της.

Ο Νίκος Γκάτσος είναι Αρκάς. Είναι, δεν ήταν... Και δεν είναι υπέρ μας ένα γειτονικό ιστολόγιο, μπράβο του ωστόσο, το Ηλεία Live, να «μονοπωλεί" ιστορίες για τον Αρκάδα ποιητή και στιχουργό. Προτού μπούμε στο θέμας μας, κάτι σαν υστερόγραφο εδώ... Αλήθεια τί έγινε μ' εκείνη την «εξαγγελία» και τον ντόρο τής Μενδώνη εδώ και έξι μήνες για την «αξιοποίηση» τού σπιτιού τού Γκάτσου στην Ασέα;

Το IliaLive.gr έχει φέρει στο φως εδώ και καιρό την άγνωστη ιστορία τού τραγουδιού «Ο Γιάννης ο φονιάς» που έγραψαν οι Μάνος Χατζηδάκις και Νίκος Γκάτσος και ερμήνευσε ο Μανώλης Μητσιάς. Την αποκάλυψη έκανε ο Ηλείος παραγωγός τής ΕΡΑ Γιώργος Μητρόπουλος από το χωριό Πόθος τού δήμου Αρχαίας Ολυμπίας, ο ίδιος ενέπνευσε τόν Μάνο Χατζηδάκι να γράψει τό υπέροχο «Χωρίον ο Πόθος» στον «Μεγάλο Ερωτικό».

Στο Ζαχαροπλαστείο Φλόκα που εργαζόταν ως φοιτητής, ο Γιώργος Μητρόπουλος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πέρα από τον μεγάλο συνθέτη και πολλούς άλλους πνευματικούς ανθρώπους και δημιουργούς τής δεκαετίας τού '70. Ανάμεσα τους ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο στην πορεία ανέπτυξε φιλική σχέση. Η ποίηση δεν είναι άσχετη με τις περιστάσεις είχε πει ο Απολιναίρ και ο Γιώργος Μητρόπουλος αφηγείται στο IliaLive.gr...

Η περίσταση...

Έχω κατά νου δυο - τρία σενάρια που κατά καιρούς κυκλοφορούν στο διαδίκτυο σχετικά με το τραγούδι «Ο Γιάννης ο φονιάς» (1976) από τον κύκλο «Αθανασία» τών Νίκου Γκάτσου και Μάνου Χατζιδάκι. Θα παραθέσω μια ιστορία που διηγήθηκα στον Νίκο Γκάτσο τό φθινόπωρο τού 1974, στο Φλόκα τής Παναπιστημίου, στέκι για πολλά χρόνια τού ποιητή, όπου εργάσθηκα για ένα διάστημα (βοηθός σερβιτόρου) κατά τη διάρκεια τών σπουδών μου στη Νομική.

Ο μαιτρ τού Φλόκα, ο κύριος Λεόντιος, επειδή ήμουν «γραμματιζούμενος», μού ανέθεσε αποκλειστικά τη φροντίδα τού τραπεζιού τών ποιητών, μιας μεγάλης ροτόντας στα δεξιά τής μαρμάρινης σκάλας που οδηγούσε στην κουζίνα. Γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό ήταν το τραπέζι τού Γκάτσου, ο ίδιος ερχόταν πάντα πρώτος και έφευγε τελευταίος, στο μεταξύ καθημερινά περνούσαν από το τραπέζι του έστω για έναν καφέ όλοι σχεδόν οι πνευματικοί άνθρωποι τής γενιάς του και της γενιάς τών επιγόνων του.

Μεσολαβούσε πάντα ένα μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα που ο Γκάτσος ήταν μόνος στο τραπέζι, η Αγαθή ήρθε δύο χρόνια αργότερα. Καθώς σερβίριζα τόν καφέ του και αφού είχε πια αρκετές πληροφορίες για το πρόσωπό μου, συχνά με ρωτούσε για τον τόπο μου, τους θρύλους και τις ιδιαίτερες παραδόσεις του και εγώ του αράδιαζα ιστορίες θρυλούμενες, αλλά και πραγματικές.

Μια μέρα λοιπόν τού αφηγήθηκα μια σύγχρονη τραγωδία, ένα έγκλημα τιμής που συνέβη το 1960 στο χωριό μου και ήμουν αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι η μητέρα μου να μού κλείσει με το χέρι της τα μάτια μου και να με κλειδώσει μέσα στο σπίτι. Δεν τον έλεγαν Γιάννη, αλλά θα ακολουθήσω για πολλούς λόγους την ονοματοδοσία τού ποιητή στους πρωταγωνιστές τού δράματος. Ο Γιάννης και το Φροσί...

Η διάσταση τής σάλας...

Ο Γιάννης είχε κλέψει από έρωτα τη γυναίκα του και είχαν ήδη εφτά παιδιά, έξι αγόρια και μία κόρη, το Φροσί, υπηρέτρια στην Αθήνα από τα δεκάξι της. Ο Γιάννης ήταν μουσικός, έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε όμορφα τα δημοτικά και παρέα μ' έναν συγχωριανό που έπαιζε βιολί κάναν πολλά πανηγύρια, γάμους βαφτίσια και γλέντια σε ορεινή Ηλεία και Γορτυνία. Τα καλοκαίρια δεν ήταν λίγα τα βράδια που έφερναν τα όργανα στο καφενείο τού χωριού και το αυτοσχέδιο γλέντι κράταγε ως το πρωί, ονειρεμένα βράδια, φεγγάρια ολόγιομα.

Μετά από ένα τέτοιο γλέντι και μέσω μιας άτυχης στιγμής ο Γιάννης ανακαλύπτει πως ο κολλητός του βιολιστής διατηρεί σχέση με τη γυναίκα του. Το κακό δεν άργησε να συμβεί, ο Γιάννης πάνω στη ροδαυγή σκότωσε τή γυναίκα του και πήγε φυλακή. Ήταν Αύγουστος, η δίκη έγινε στην Πάτρα τον Οκτώβρη τού ίδιου χρόνου.

Ο Γιάννης αθωώθηκε με το «εν βρασμώ ψυχής» και όταν η είδηση έφτασε στο χωριό, το χωριό πανηγύρισε. Ήταν ο «ήρωας» που καθάρισε την προσβολή. Οι ίδιοι άνθρωποι που στην αντίθετη περίπτωση θα τον καθιστούσαν αποσυνάγωγο, αυτή η κοινωνία τής σκυθικής επαρχίας τού όπλισε το χέρι, αυτό επέβαλε η κοινωνική νόρμα.

Ο Γιάννης ήταν ο μικρός αδελφός τού παππού μου και μετά την αθώωση τόν υποδέχτηκαν στη σάλα τού πατρικού μου μαζί με τα παιδιά του όλοι οι συγγενείς, ήρθε και το Φροσί από την Αθήνα και την ίδια μέρα έφυγε ξανά για την Αθήνα όπου εργαζόταν. Λίγους μήνες μετά το κακό δίπλωσε, το Φροσί, μην αντέχοντας το χαμό της μάνας της αυτοκτόνησε στα δεκαοχτώ της,

Για τους Αρκάδες και τους Πελοποννήσιους γενικά η σάλα του σπιτιού δεν είναι ένα απλό δωμάτιο, η σάλα ως χρήση αλλά και συμβολισμός είναι ο ανοιχτός χώρος κάθε οικογένειας, εκεί υποδέχονται και φιλοξενούν τόν ξένο, εκεί η κοινότητα μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες τής οικογένειας. Και ο Γκάτσος γνωρίζει αυτή τη διάσταση τής σάλας από τα γενοφάσκια του. Στην αποστροφή τού λόγου του «Μονάχα το Φροσί, με δάκρυ θαλασσί, στα μάτια τα μεγάλα του, φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα» δεν υπάρχει άλλη ερμηνεία, όποιος «βγαίνει» από τη σάλα αφήνει δια παντός πίσω του τον κόσμο. Και η λογική συνέπεια, «Ο Γιάννης ο φονιάς, στην άκρη τής γωνιάς, με τού καημού τ’ αγκάθι, θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη»... Έκτοτε ο παππούς Γιάννης καθόταν σε μια γωνιά τής αυλής με το βλέμμα απλανές προς τα δάση τού Πόθου...

Λίγους μήνες μετά την αφήγησή μου, στο τραπέζι τού Γκάτσου εμφανίστηκε ο Μάνος Χατζιδάκις (έλειπε στην Αμερική) και άρχισαν να δουλεύουν τήν Αθανασία...

ΤΡ. - ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγή IliaLive.gr
14 Ιουλίου 2021
Επεξεργασία