Για όποιον τό σκέφτεται, πρόκειται χωρίς άλλο για «απονενοημένο διάβημα». Γι' αυτόν είχε καταντήσει βραχνάς. Ό,τι και αν επεχείρησε, αποτύγχανε παταγωδώς. Η ζωή του παρετείνετο ανεξηγήτως, τού ήταν τώρα πιο αβάσταχτη απ' όταν πήρε τήν πρώτη απόφαση.
Έβγαλε πάλι το μπιστόλι απ' το συρτάρι, το λάδωσε και το καθάρισε. Δοκίμασε τήν αντοχή και την τριβή τού σχοινιού. Σιγουρεύτηκε πως έχει και άλλη κάψουλα με δηλητήριο. Και πήρε τό δρόμο για το ποτάμι.
Διάλεξε ένα δέντρο με τα κλαδιά του ν' απλώνονται πέρα απ' την όχθη, πάνω απ' το ορμητικό ρεύμα τού ποταμού. Αρπάχτηκε από ένα κλαδί που τού φάνηκε γερό, σύρθηκε με τα χέρια στην άκρη του και έδεσε σφιχτά το σχοινί. Κρεμασμένος με το ένα χέρι απ' το κλαδί πέρασε με τ' άλλο τη θηλειά στο λαιμό. Πήρε απ' την τσέπη την κάψουλα με το δηλητήριο και την έβαλε πάνω στη γλώσσα του. Και ακούμπησε τό μπιστόλι στον κρόταφο.
Συγχρόνισε τις κινήσεις του σε μια στιγμή. Τράβηξε τή σκανδάλη καταπίνοντας τήν κάψουλα με το δηλητήριο και αφήνοντας τό κλαδί τού δέντρου. Έπεσε στο ποτάμι, να κολυμπά δεν ήξερε, το είχε υπολογίσει και αυτό...
Το μπιστόλι «κλώτσησε», η σφαίρα πέρασε ξώφαλτσα κάτω απ' τ' αφτί του. Βρήκε τή θηλειά τού σχοινιού και τήν έκοψε. Πέφτοντας στο ποτάμι και μη ξέροντας να κολυμπά ρούφηξε άφθονο νερό. Παρακάτω κάποιος που ψάρευε βούτηξε στα ορμητικά νερά και τον τράβηξε στην κατηφορική όχθη. Να βγει το νερό που είχε καταπιεί, ο άνθρωπος έκανε ό,τι μπορούσε να τόν σώσει... Μαζί με το νερό ξέρασε και την κάψουλα με το δηλητήριο!
Καλό Σαββατοκύριακο. Η ζωή είναι ωραία. Αν όχι, είναι επίμονη...