Να κλείσει τα στόματα δημοσιογράφων και χρηστών των social media επιχειρεί να βάλει το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αναφορικά με τα συνεχή περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας που καταγράφονται το τελευταίο διάστημα.
Αυτό δείχνει μια «διαρροή» που έγινε σε άρθρο που φιλοξένησε το χριστουγεννιάτικο φύλλο της «Καθημερινής». Το εν λόγο άρθρο φέρει τον τίτλο «Τί λέει ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης για την πολιτική βία». Και αυτό που λέει εν προκειμένω, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο υπουργός είναι ότι οι καταγγελίες των περιστατικών και η αναπαραγωγή αλλά και ο σχολιασμός των σχετικών ειδήσεων δημιουργούν λανθασμένες εντυπώσεις κατά της αστυνομίας.
«Στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δεν έχει περάσει απαρατήρητο ότι μέσα ενημέρωσης και social media παρουσιάζουν τις επιχειρήσεις της αστυνομίας ως απειλή κατά της δημοκρατίας. Συχνά με την παραγωγή παραπληροφόρησης για τα πραγματικά περιστατικά, όπως έγινε στο Κουκάκι, όπου η καταγγελία του ΣΥΡΙΖΑ περί μη παρουσίας εισαγγελέα δεν επαληθεύτηκε», αναφέρει μεταξύ άλλων των άρθρο.
«Η διάχυση στα social media επιλεγμένων στιγμιοτύπων από τις συμπλοκές δημιουργεί εντυπώσεις περί “αστυνομικής βίας” ενώ το ίδιο το παράπτωμα, η παράνομη κατάληψη πανεπιστημιακών ή ιδιωτικών χώρων, σχεδόν αποσιωπάται σαν να πρόκειται για ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Σαράντα πέντε χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας μερίδα της Αριστεράς επιμένει να συντηρεί το αφήγημα ότι η αστυνομία είναι “φασιστική”, κάτι που έχει διαποτίσει τον δημόσιο διάλογο», σημειώνεται επίσης.
Το άρθρο. που στην πραγματικότητα δείχνει να κατηγορεί όσους ανέδειξαν τα περιστατικά αστυνομικής βίας, για παράδειγμα τις φωτογραφίες με τους ξεγυμνωμένους συλληφθέντες ή τον δεμένο και χτυπημένο στην ταράτσα του σπιτιού του σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ, ολοκληρώνεται με δηλώσεις του ίδιου του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη σε εκδήλωση για την πολιτική βία που έγινε την περασμένη Τρίτη στο ΕΒΕΑ και στην οποία σύμφωνα πάντα με το άρθρο επισημάνθηκε ότι «η ακροαριστερή βία την τελευταία δεκαετία είναι 3,5 φορές [!] περισσότερη από την ακροδεξιά».