Από τις αιωνόβιες στις «πολυεθνικές»...

Βρισκόμαστε στον μήνα της συλλογής του ελαιοκάρπου στην Αρκαδία, όπως και στις άλλες περιοχές της χώρας. Μαζεύοντας υπομονετικά τον πολύτιμο καρπό κάτω από αιωνόβια και νεώτερα ελαιόδενδρα, έχουμε την ευκαιρία να σκεφθούμε:

Ελαιόλαδο, ένα προϊόν μοναδικής διατροφικής αξίας, η βάση της μεσογειακής διατροφής. Ένα προϊόν που έδωσε διαχρονικά ζωή και πλούτο στην ελληνική κοινωνία. Το εμπόριό του χάνεται στα βάθη της ιστορίας. Στην περιοχή μας και στη χώρα μας η ελαιοκαλλιέργεια απασχολεί σημαντικό αριθμό νοικοκυριών με κύρια ή επικουρική πρόσοδο, πολλές βιοτεχνίες έκθλιψης του ελαιοκάρπου και επεξεργασίας του πυρήνα και συνάμα επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην τυποποίηση και εμπορία λαδιού. Ως εκ τούτου, είναι ένας σημαντικός κλάδος της εθνικής οικονομίας.

Η αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν σχέση με το λάδι και τη βρώσιμη ελιά από την κεντρική εξουσία ήταν ανέκαθεν ευκαιριακή, χωρίς προγραμματισμό και προοπτική. Οι πρωτοβουλίες πρωτοπόρων αγροτών δημιούργησαν ελαιουργικούς συνεταιρισμούς και την κεντρική συνεταιριστική οργάνωση την «Ελαιουργική», που περιόρισε την ασυδοσία της αγοράς στην παραγωγή και εμπορία του λαδιού, στήριξε την τιμή και το εισόδημα των ελαιοπαραγωγών.

Η αντιμετώπιση των ελαιοκαλλιεργητών από το κράτος

Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη του αγρότη επιχειρηματία διέλυσε τις συνεταιριστικές οργανώσεις και την τιμή στήριξης, που ήταν κατακτήσεις του αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος. Ποιός ξεχνά, πώς χρεοκόπησε η «Ελαιουργική» στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με τη συμπαιγνία της τότε κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και της διοίκησης της «Ελαιουργικής» που απαρτιζόταν από υψηλόβαθμα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Οι επιδοτήσεις στην παραγωγή και τυποποίηση του λαδιού, όπως σκανδαλωδώς εφαρμόστηκαν, συνάμα με την οικονομική κρίση, οδήγησαν σε δύσκολη κατάσταση την ελαιοκαλλιέργεια και σε εκμαυλισμό τις συνειδήσεις. Είναι δε απορίας άξιον γιατί οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν αντέδρασαν, όταν τα προγράμματα της ΚΑΠ πλημμελώς υλοποιούνταν. Σήμερα η κύρια ποσότητα του εξαγόμενου λαδιού γίνεται χύμα και μάλιστα στην τιμή που καθορίζουν οι πολυεθνικές ελαιουργικές επιχειρήσεις.

Οι κατευθύνσεις, ομολογημένες και ανομολόγητες, του αρμόδιου Υπουργείου είναι η πλήρης εκμηχάνιση της καλλιέργειας με υβριδικές ποικιλίες και διάρκεια ζωής δεκαπέντε (15) χρόνων και ανανέωση και η βιομηχανική επεξεργασία. Έτσι, θα περάσει ο πλήρης έλεγχος της ποιότητας και ποσότητας του λαδιού στις πολυεθνικές εταιρείες. Αυτή η κατεύθυνση θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα και θα επεκτείνει την εκμετάλλευση της συντριπτικής πλειοψηφίας των ελαιοκαλλιεργητών με μικρό και κατακερματισμένο κλήρο. Θα οδηγήσει στη χρεοκοπία των βιοτεχνιών επεξεργασίας της ελιάς, αφού και σήμερα αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης
με τις χαμηλές τιμές, την εξυπηρέτηση των δανείων και την κατάρρευση των τιμών του πυρήνα. Αυτή η κατεύθυνση είναι και αντιεπιστημονική, αφού προϋποθέτει μεγάλες επίπεδες εκτάσεις και η πειραματική της εφαρμογή στη χώρα μας είχε τουλάχιστον αμφισβητούμενα συμπεράσματα. Η δε χρησιμοποίηση υβριδικών ποικιλιών είναι ανέφικτη για τις ορεινές και ημιορεινές λιγότερο γόνιμες περιοχές που παράγουν, όμως, το καλύτερο ποιοτικά λάδι.

Μια άλλη πολιτική είναι αναγκαία και εφικτή

Σ’ αυτή την πολιτική κατεύθυνση υπάρχει εναλλακτική πρόταση που θα εξασφαλίζει αφενός την ποιοτική ανωτερότητα του ελληνικού ελαιόλαδου, αφετέρου τα συμφέροντα των ελαιοκαλλιεργητών και των βιοτεχνιών επεξεργασίας και τυποποίησης του λαδιού και της ελιάς. Αυτή ξεκινά από την καλλιέργεια με συνεταιριστική εξασφάλιση των εφοδίων, κρατική και συλλογική αντιμετώπιση των ασθενειών της ελιάς και κύρια του δάκου με μεθόδους, που δεν θα επιβαρύνουν το λάδι με επικίνδυνα φυτοφάρμακα, και την άμεση έκθλιψη του ελαιοκάρπου, που έχει ήδη επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό.

Το κύριο όμως είναι η διακίνηση και εμπορία του προϊόντος και ο απεγκλωβισμός από τις ελαιουργικές πολυεθνικές. Η δημιουργία ενιαίου φορέα ελαιολάδου με συμμετοχή του κράτους, συνεταιρισμών και συνδέσμων των βιοτεχνιών, που θα επιδιώξει την πάταξη της νοθείας, την τυποποίηση του λαδιού και τη δυνατότητα να συνάπτει μακροχρόνιες διακρατικές συμφωνίες ‐ συμβόλαια με σταθερή ποιότητα για μεγάλες ποσότητες. Η θετική και αρνητική εμπειρία της «Ελαιουργικής», του ΑΣΟ (Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός) πρέπει να ληφθούν υπ' όψη στη συγκρότηση αυτού του οργανισμού, που θα είναι η απάντηση στις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις του άκρατου και ασύδοτου καπιταλισμού. Η συγκρότηση αγροτικής τράπεζας για τη χρηματοδότηση αυτής της προσπάθειας κρίνεται παραπάνω από αναγκαία.

Τα λάδια και η βρώσιμη ελιά είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο της οικονομίας μας. Ας μην το αφήσουμε στο έλεος της «ελεύθερης αγοράς». Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσει κάθε ένας που έχει σχέση μ' αυτή την υπόθεση.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΕΜΜΟΣ
9 Νοεμβρίου 2019
Επεξεργασία