Γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896. «Φτάνοντας στο μαύρο αδιέξοδο», άφησε τά επίγεια με τον τρόπο του σαν σήμερα 21 Ιουλίου 1928 στην Πρέβεζα. Από το τελευταίο του ποίημα, η πρώτη στροφή και ένας ακόμα στίχος (ακολουθεί η «Κάθαρσις"):
Ὅταν κατέβουμε τή σκάλα τί θά ποῦμε | στούς ἴσκιους πού θά μᾶς ὑποδεχτοῦνε | αὐστηροί, γνώριμοι, ἀόριστοι φίλοι | μ’ ἕνα χαμόγελο στ’ ἀνύπαρκτά τους χείλη; | ... | Τουλάχιστον δωπέρα εἴμαστε μόνοι...
ΒΕΒΑΙΑ. Ἔπρεπε νά σκύψω μπροστά στόν ἕνα καί χαϊδεύοντας ἡδονικά τό μαῦρο σεβιότ, πάφ, πάφ, πάφ, πάφ. «Έχετε λίγη σκόνη», νά εἴπω, «κύριε Ἄλφα».
Ὕστερα ἔπρεπε νά περιμένω στή γωνιά και ὅταν ἀντίκριζα τήν κοιλιά τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ θά 'χα ἐπί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τά αἰσθήματα καί τό σφυγμό της, νά σκύψω ἄλλη μία φορά καί νά ψιθυρίσω ἐμπιστευτικά. «Ὤχ, αὐτός ὁ Ἄλφα, κύριε Βήτα...».
Ἔπρεπε πίσω ἀπό τά γυαλιά τοῦ Γάμμα, νά καραδοκῶ τήν ἱλαρή ματιά του. Ἄν μου τήν ἐχάριζε, νά ξεδιπλώσω τό καλύτερο χαμόγελό μου καί νά τή δεχθῶ ὅπως σέ μανδύα ἰππότου ἕνα βασιλικό βρέφος. Ἄν ὅμως ἀργοῦσε, νά σκύψω γιά τρίτη φορά γεμάτος συντριβή καί ν' ἀρθρώσω. «Δοῦλος σας, κύριέ μου».
Ἀλλά πρῶτα - πρῶτα ἔπρεπε νά μείνω στή σπεῖρα τοῦ Δέλτα. Ἐκεῖ ἡ λῃστεία γινόταν ὑπό λαμπρούς, διεθνεῖς οἰωνούς, μέσα σέ πολυτελῆ γραφεῖα. Στήν ἀρχή δέν θά ὑπῆρχα. Κρυμμένος πίσω ἀπό τόν κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θά ὀσφραινόμουν. Θά εἶχα τρόπους λεπτούς, ἀέρινους. Θά ἐμάθαινα τή συνθηματική τους γλῶσσα. Ἡ ψαῦσις τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τῆς χωρίστρας θά ἐσήμαινε «πεντακόσιες χιλιάδες». Ἕνα ἐπίμονο τίναγμα τῆς στάχτης τοῦ πούρου θά ἔλεγε «σύμφωνος». Θά ἐκέρδιζα τήν ἐμπιστοσύνη ὅλων. Καί, μία μέρα, ἀκουμπώντας στό κρύσταλλο τοῦ τραπεζιοῦ μου, θά ἔγραφα ἐγώ τήν ἀπάντηση. «Ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός μας, κύριε Εἰσαγγελεῦ...».
Ἔπρεπε νά σκύψω, νά σκύψω, νά σκύψω. Τόσο πού ἡ μύτη μου νά ἑνωθεῖ μέ τή φτέρνα μου. Ἔτσι βολικά κουλουριασμένος, νά κυλῶ καί νά φθάσω. Κανάγιες!
Τό ψωμί τῆς ἐξορίας μέ τρέφει. Κουροῦνες χτυποῦν τά τζάμια τῆς κάμαράς μου. Καί σέ βασανισμένα στήθη χωρικῶν βλέπω νά δυναμώνει ἡ πνοή πού θά σᾶς σαρώσει.
Σήμερα ἐπῆρα τά κλειδιά κι ἀνέβηκα στό ἑνετικό φρούριο. Ἐπέρασα τρεῖς πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, μέ ριγμένες ἐπάλξεις. Ὅταν βρέθηκα μέσα στόν ἐσωτερικό, τρίτο κύκλο, ἔχασα τά ἴχνη σας. Κοιτάζοντας ἀπό τίς πολεμίστριες, χαμηλά, τή θάλασσα, τήν πεδιάδα, τά βουνά, ἔνιωθα τόν ἑαυτό μου ἀσφαλῆ.
Ἐμπήκα σ' ἐρειπωμένους στρατῶνες, σέ κρύπτες ὅπου εἶχαν φυτρώσει συκιές καί ροδιές. Ἐφώναζα στήν ἐρημία. Ἐπερπάτησα ὁλόκληρες ὧρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Ἀγκάθια κι ἀέρας δυνατός κολλοῦσαν στά ροῦχα μου. Μέ ἧβρε ἡ νύχτα...